Σάββατο, 6 Ιουνίου 2020

Μοναχικός καφές (ένα σύντομο διήγημα)



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης

Μοναχικὸς καφές

ΠΙΝΕ τὸν κα­φέ του σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι ἔ­ξω, μό­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ για­τὶ εἶ­χε ξε­μεί­νει χω­ρὶς κα­νέ­ναν σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Δού­λευ­ε σὲ μιὰ ἐρ­γα­σί­α ὅ­που δὲ γι­νό­ταν ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σχέ­σεις μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους καί, με­τά, κου­ρα­σμέ­νος, ἔ­με­νε σπί­τι. Ἀλ­λὰ κά­ποι­ες φο­ρὲς πή­γαι­νε γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, μό­νος. Τὸν πλη­σί­α­σε μιὰ ὄ­μορ­φη νέ­α κο­πέ­λα ποὺ ζη­τοῦ­σε οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ κά­ποι­α ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων σὲ ἀ­νάγ­κη, τυ­φλοὺς ἢ κω­φούς, δὲν κα­τά­λα­βε. Φο­ροῦ­σε φού­στα λί­γο πά­νω ἀ­π’ τὸ γό­να­το, μπό­τες, εἶ­χε πλού­σια κα­στα­νό­ξαν­θα μαλ­λιὰ σὲ ζω­η­ρὲς μποῦ­κλες καὶ ζε­στὸ χα­μό­γε­λο. 


Τοῦ εἶ­πε, σκύ­βον­τας εὐ­γε­νι­κὰ πά­νω του, ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­δι­νε πέν­τε εὐ­ρὼ καὶ νὰ ἔ­παιρ­νε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, ποὺ φαι­νό­ταν, ὡ­στό­σο, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ κρα­τοῦ­σε, ὀ­λι­γο­σέ­λι­δο καὶ μὲ ἀ­δι­ά­φο­ρη ὕ­λη. Τὸ ξε­φύλ­λι­σε γιὰ λί­γο καὶ τῆς τό ‘δω­σε πί­σω ἔ­χον­τας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἐν­τύ­πω­σή του. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ δὲν ἤ­θε­λε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό. Ἕ­να εὐ­ρὼ ἁ­πλὰ γιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Πε­ρί­με­νε πὼς ἡ κο­πέ­λα θὰ ἐ­πέ­με­νε γιὰ τὰ πέν­τε ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­νε κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να μπλο­κά­κι καὶ τοῦ ‘πε πὼς θὰ τοῦ ‘δί­νε μιὰ ἀ­πό­δει­ξη γιὰ τὸ ἕ­να. Τοῦ ‘δω­σε πράγ­μα­τι κά­τι σὰν ἀ­πό­δει­ξη. Τὴν κρά­τη­σε. Εἶ­χε γρά­ψει κά­τι πά­νω. Τὸ τη­λέ­φω­νό της! Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ζε­στά, λυ­γί­ζον­τας μά­λι­στα λί­γο καὶ τὰ γό­να­τα, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Σί­γου­ρα δὲν ἔ­μοια­ζε κα­θό­λου μὲ ὅ­σες τρι­γύ­ρι­ζαν κά­νον­τας αὐ­τὴ τὴ δου­λειά. Δὲν τὴν εἶ­δε κὰν νὰ στα­μα­τά­ει σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε πιὰ αὐ­τό. Χά­θη­κε ἁ­πλὰ στὸ βά­θος. Τό­τε, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του, καὶ μό­νος μὲ τὸν κα­φέ του, συ­νέ­χι­σε νὰ φαν­τα­σι­ώ­νε­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα.


Πρώτη δημοσίευση: Πλανόδιον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου