Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Ευχαριστιακή θεολογία και σύγχρονη χριστιανική μαρτυρία στο λόγο του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου

Ευχαριστιακή θεολογία και σύγχρονη χριστιανική μαρτυρία

στο λόγο του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας

κ.κ. Αναστασίου

Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, 
Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ

Η στενή σύνδεση της θεραπευτικής δυναμικής του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας με τη μαρτυρία της ζωής του Χριστού από τα βαπτισμένα μέλη στην οικουμένη, αναδεικνύεται ιδιαίτερα στο πλούσιο θεολογικό συγγραφικό έργο του σημερινού Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου, ο οποίος υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της αναβίωσης της ιεραποστολής στην ελληνόφωνη Ορθοδοξία. Στα κείμενα της πενηντακονταετούς και πλέον διακονίας του περιγράφει με σαφή τρόπο την υπαρξιακή ανακαίνιση που επιφέρει στα μέλη του εκκλησιαστικού γεγονότος η διαρκής μετοχή στη Θεία Ευχαριστία, παραδίδοντας ταυτόχρονα και το πεντόσταγμα της ευχαριστιακής θεολογίας. Από την άλλη, συσχετίζει αρμονικά αυτή την υπαρξιακή -ευχαριστιακής ποιότητας- αλλαγή με την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο. Στο παρόν άρθρο εξετάζουμε συνοπτικά την οντολογική και εσχατολογική σημασία της Θείας Ευχαριστίας και σε στενή συνάφεια αναλύουμε τις βασικές γραμμές της ιερ-αποστολικής προέκτασης της, όπως καταγράφονται στη θεολογική πένα του σημερινού Αρχιεπισκόπου Αλβανίας.
Α) Η Θεία Ευχαριστία ως υπαρξιακό και εσχατολογικό γεγονός.
Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος προβάλλει δυναμικά στο λόγο του τον πυρήνα του Μυστηρίου των Μυστηρίων, ο οποίος είναι η συνεχής «Ανάμνηση» των γεγονότων της Σαρκώσεως του Λόγου που «επαναβιώνονται» και επιβεβαιώνονται σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη, με τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον κόσμο. Όπως παρατηρεί με έμφαση, «η ζωτική αρχή του πολιτισμού που διαμόρφωσε η Ορθοδοξία στις κοινωνίες που τη δέχθηκαν, θα τολμούσαμε να την ονομάσουμε μεταμορφωτική, ευχαριστιακή αρχή, η οποία έχει πνευματικές ‘σταθερές’ τη Σάρκωση, τη Μεταμόρφωση, τη Σταύρωση, την Ανάσταση, την Πεντηκοστή»1.
Κατά αυτό τον τρόπο, τα βασικά επεισόδια της ιστορίας της Σάρκωσης του Λόγου διαδέχονται το ένα το άλλο σε κάθε λατρευτική έκφραση της Εκκλησίας. Ιδιαίτερα στη Θεία Λειτουργία, αποτυπώνεται η πραγματική ανάμνηση των σωτηριωδών θείων ενεργειών. Βέβαια, όπως παρατηρεί ο Αρχιεπίσκοπος, όλα τα σημαινόμενα γεγονότα του Θεανθρώπου δεν παραμένουν μόνο στην ανάμνηση (σαν απλή εξιστόρηση άνευ οντολογικού συμβολισμού) ή σε μια μονομερή δογματική επισήμανση2, αλλά αποτελούν μέθεξη στην ίδια την υπέρ-χρονη και παγκόσμια ζωή του Χριστού. Ξεφεύγουν από την μονοδιάστατη και απλή αναπαράσταση, η οποία διατηρεί την ιστορικότητα των πραγμάτων. Λαμβάνουν κυρίως ένα δυναμικό γίγνεσθαι στη ζωή του πιστού, αποκαλύπτοντας συνεχώς, ότι ο Χριστός είναι «ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ» (Αποκ. 1, 8).


Στο στοχασμό του αναπαρίσταται τούτο το υπαρξιακό γεγονός, μέσα από μια πολύ όμορφη εικόνα, κυριολεκτικά ανθρωπολογική. «Ο λατρευτικός ρυθμός της Εκκλησίας συντονίζει όλη τη ζωή και σαν μια μεγάλη καρδιά κινεί αδιάκοπα και καθαίρει το αίμα της κοινωνίας, το ανανεώνει μέσα από τους πνεύμονες των ευαγγελικών αληθειών, το στέλνει μέχρι τα πιο ακραία αγγεία του πολύμορφου οργανισμού της κοινωνίας»3. Συνεπώς, τα χαρμόσυνα νέα των Ευαγγελίων δεν εμμένουν μόνο στην κηρυγματική - λεκτική μορφή, η οποία δύναται κάποιες φορές να απασχολήσει τη νοητική μόνο πλευρά του ανθρώπου. Μεταγγίζονται με οντολογική δυναμική στην ανθρώπινη ψυχοσωματική σύνθεση και ενότητα, λαμβάνοντας υπαρκτική αναφορά. Η Εκκλησία βιώνει τη Σάρκωση του Λόγου υπαρξιακά, ξέχωρα από μανιχαϊστικές ή θρησκόληπτες φαρισαϊκές νόρμες, που συνεχώς υποβόσκουν στο Σώμα της.
Αντίθετα, η μεταβολή των προσφερομένων Τιμίων Δώρων, του άρτου και του οίνου, πραγματώνεται κυριολεκτικά σε Σώμα και Αίμα Χριστού, σε οντολογικά δώρα άκτιστης χάριτος και ζωής. Τα φθαρτά μεταβάλλονται σε άφθαρτα στοιχεία αιωνίου τρόπου υπάρξεως. Σύμφωνα με την εναργή σκέψη του Αρχιεπισκόπου Τιράνων -«επόμενη» της αυθεντικής ορθόδοξης παράδοσης- ισχύει περίσσια ότι: «Η μετάδοσις αυτής της ζωής δεν πραγματοποιείται τόσο με λέξεις, ιδέες, σκέψεις. Φθάνει στο πλήρωμα της στη Θεία Κοινωνία. Κάθε μέλος της υπάρξεώς μας, της ανθρώπινης υπάρξεώς μας, σώμα και ψυχή πρέπει να αγιασθεί. Γι’ αυτό λαμβάνουμε το αίμα και το σώμα Του, ώστε κάθε τι εντός μας να μεταμορφωθεί»4.
Με βάση τα παραπάνω, δύναται να τονίσουμε, ότι η Εκκλησία ικανοποιεί όλες τις αισθήσεις του ανθρώπου και λειτουργεί σαν μία πρωταρχικά προγευόμενη αναδημιουργημένη πραγματικότητα. Όλες οι σωματικές αισθήσεις μαζί με τα πνευματικά - ψυχικά αισθητήρια, που βρίσκονται σε ενότητα και αλληλεπίδραση, βιώνουν «προκαταρκτικά» τον αρραβώνα της μέλλουσας ζωής, με αποκορύφωμα την ώρα και τη στιγμή της Θείας Κοινωνίας. «Η εμπειρία αυτή αποτελεί υπαρκτική, εσχατολογική ενατένιση ή μάλλον πρόγευση της πλήρους ‘κοινωνίας’ της ανθρωπότητος εν τω Θεώ, η οποία καταλήγει σε συγκλονισμό του ανθρώπου, για να επιστρέψει κατόπιν στην καθημερινή ζωή με ελπίδα για την πραγμάτωση της αγάπης, για την προώθηση της πανανθρώπινης κοινωνίας»5. Ουσιαστικά, η μεταμορφωτική ενέργεια εκπέμπεται και δονεί τον πιστό, όχι μόνο στη συνάθροιση γύρω από το Άγιο Θυσιαστήριο, αλλά και μετά την αγιαστική - μυστηριακή ιεροπραξία, κινητοποιώντας την ανθρώπινη βούληση στη μεταφορά της ευχαριστιακής πράξης στην καθημερινή ζωή.
Με αυτή τη δυναμική ο πιστός προχωρά στην έμπρακτη έκφραση του βιώματος της «Λειτουργίας μετά τη Λειτουργία»6, σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση του Αρχιεπισκόπου, που προκαλεί την ελπίδα και εντείνει την προσδοκία της αγάπης, της ειρήνης, της δικαιοσύνης στις συνεχείς ανθρώπινες συναναστροφές. Πρόκειται, λοιπόν, για μια οντολογικά μεταμορφωτική δύναμη, η οποία στην κυριολεξία σπάει το προσωπείο του ηθικισμού και την υποκριτικά τυπολατρική στάση ζωής. Αναφέρεται σε αυτή καθεαυτή τη ζωή και την ίδια την υπέρβαση του θανάτου. Όταν «το μυστήριο της αγάπης του Θεού κορυφώνεται στην τελική μεταμόρφωση του τραγικού, στην οριστική νίκη πάνω στον θάνατο, στην προσφορά μιας ριζικά νέας ζωής»7, ο άνθρωπος καλείται να γίνει κοινωνός Πνεύματος Αγίου μεταμορφώνοντας - και σε καμία περίπτωση παραμορφώνοντας - την κτίση ολάκερη.

Β) Η σχέση της Θείας Ευχαριστίας με τη Μαρτυρία της Εκκλησίας.
Η μεταμορφωτική δυναμική του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, είτε αναφέρεται στην ενότητα των πάντων, είτε αποβλέπει στην πρόγευση των εσχάτων, έχει ως σταθερή απαρχή της το κοσμολογικό παρόν. Με εφαλτήριο το «Μυστήριο των Μυστηρίων», τα μέλη του εκκλησιαστικού γεγονότος κηρύττουν με τη ζωή τους την ιστορική παρουσία του Χριστού και προάγουν τον καινούριο κόσμο, που ο Ίδιος εμπειρικά δίδαξε. Η χριστιανική πνευματικότητα, ως συνεχής αγώνας και σε καμία περίπτωση ως παγιωμένη κατάσταση, επικεντρώνεται στην καθημερινότητα, σπάζοντας τα στενά όρια συνόρων, φυλών και φύλλων. Ασπάζεται εμπειρικά την προ του Πάθους αρχιερατική προσευχή του Ιησού προς τον Θεό Πατέρα : «καθώς εμέ απέστειλας εις τον κόσμον, καγώ απέστειλα αυτούς εις τον κόσμον˙ και υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία» (Ιω. 17, 18-19). Ενδυναμώνεται στη βρώση και την πόση του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου σε κάθε ευχαριστιακό Δείπνο8 και συνεχίζει υπακούοντας στην τελευταία εντολή του Αναστημένου Ιησού : «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Μτθ. 28,19). Στην ουσία πρόκειται για την επέκταση του Μυστηρίου του «Χριστού» στη ζωή του κάθε πιστού. «Συνεπώς η ‘ιεραποστολή μας’ είναι η συνέχισις της ζώσης παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, είναι η συμμετοχή στη ζωή του Κυρίου μας»9, κατά την εύστοχη τοποθέτηση του Αναστασίου.
Η σύνδεση μεταξύ Θείας Ευχαριστίας και Ιεραποστολής είναι αμφίδρομη. Με λαγαρό τρόπο ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας τονίζει ότι «είναι αδύνατον να μετέχει κανείς συνειδητά στη χριστιανική λατρεία, χωρίς άμεση σχέση με την παγκόσμια ιεραποστολή, και είναι αδύνατον να μετέχει σε μία πραγματική ορθόδοξη ιεραποστολή, χωρίς συνειδητή συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία»10. Έτσι το όλο θέμα αποκρυσταλλώνεται στο στοχασμό του Αρχιεπισκόπου σε δύο παράλληλα επίπεδα.
Το πρώτο αναφέρεται στην κένωση του Λόγου του Θεού, η οποία πραγματοποιείται στην ιστορία, με σκοπό την υπαρξιακή απελευθέρωση του ανθρώπινου φυράματος από τα δεσμά του θανάτου. Η Θεία Λειτουργία, που τελείται στους Ορθόδοξους ναούς, αναπαριστά συμβολικά - αφηγηματικά, με οντολογικό τρόπο, όλη την ιστορία της θείας οικονομίας. Η «διήγηση» του δράματος κορυφώνεται κατά τη διάρκεια της αναφοράς, όταν τα Τίμια Δώρα «σταδιακά» μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Όταν αυτή η αναίμακτη θυσία προσφέρεται για να λυτρώσει το σύμπαν κόσμο, λογικό ή άλογο. Η αποκλειστική εμμονή σωτηριολογικού και θριαμβολογικού περιεχομένου σε έναν περιορισμένο («κλειστό») αριθμό ανθρώπων αποτελεί εγωιστική συμπεριφορά, θυμίζοντας πλείστες φορές τη θεολογία «περί απολύτου προορισμού» του Καλβίνου11. Αντίθετα, ο Αναστάσιος, εμποτισμένος στο λόγο της πατερικής παράδοσης, επιμένει ότι η Θεία Λειτουργία είναι από τη φύση της μαρτυρική, ιερ-αποστολική. Ειδικότερα γράφει, ότι «είναι πολύ αμφίβολον, εάν μπορούμε να μετέχουμε και πραγματικά να ζούμε την θεία Λειτουργία, όταν δεν αισθανώμαστε βαθειά, ότι η θυσία του Κυρίου μας και το απολυτρωτικό Του έργο - που λαμβάνει και πάλιν χώραν μυστικά κατά την τέλεσιν του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας - δεν προσεφέρθη αποκλειστικά για μερικά εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά για όλον τον κόσμο»12.
Πρόκειται, λοιπόν, για το «σπάσιμο» της αυτάρκειας της φίλαυτης βούλησης και ενέργειας, η οποία συχνά λαμβάνει το προσωπείο του ατομικού εγωισμού και της φυλετικής υπεροχής. Εν τέλει, είναι σχήμα οξύμωρο η προσέλευση στην Αγία Τράπεζα με έλλειψη μετάνοιας και ταυτόχρονη απουσία κινήτρου μαρτυρίας προς τον πλησίον. Όπως παρατηρεί εύστοχα Ο Μακαριώτατος, «είναι ακόμη αμφισβητήσιμο, εάν δικαιούμεθα να λαμβάνουμε μέρος στο Δείπνο της αγάπης, όταν αδιαφορούμε για το γεγονός, ότι τόσοι και τόσοι άγνωστοι αδελφοί μας γεννιούνται, ζουν, πεθαίνουν χωρίς την Αλήθεια»13. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά εκφράζει περισσότερο τη φαρισαϊκή υποκρισία, την εμμονή σε συγκεκριμένες πράξεις του περιούσιου λαού του Ισραήλ στην ιστορία, παρά την περίοδο χάριτος και μαρτυρίας, στην οποία εισήλθε ο κόσμος μετά την Πεντηκοστή.
Από την άλλη, δεν δύναται να υπάρξει ιεραποστολική κίνηση χωρίς μετοχή στην Ευχαριστιακή Τράπεζα, δίχως δηλαδή το υπαρξιακό κίνητρο που παρακινεί στην κατάθεση του Χριστού σε όλα τα έθνη. Αυτό αποτελεί τη δεύτερη αμφίδρομη πλευρά του θέματος. Αναγκαία είναι η «ουσιαστική κοινωνία με τον Ιησού»14, όχι η απλή μόνο συμφιλίωση θείου και ανθρώπινου, αλλά το επόμενο ουσιαστικό βήμα συσσωμάτωσης εν Χριστώ. Ο ιερ-απόστολος επιζητά να είναι σε συνεχή κοινωνία και σχέση με τον Ιησού, αλλιώς κινδυνεύει είτε να παρασυρθεί σε ενθουσιώδεις στάσεις είτε να εξυπηρετεί ευρύτερα ιδιοτελή συμφέροντα. Το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας είναι αλληλένδετο με την μαρτυρία, αλλιώς η τελευταία τείνει να ολισθήσει σε ιδεολόγημα ή ακόμα σε μία ηθικιστική - πιετιστική διδασκαλία. «Η συμμετοχή εκάστου πιστού είς την οικουμενικήν αυτήν αποστολικήν διακονίαν πρέπει να επιδιωχθεί μετά της αυτής επιμονής και εμφάσεως, μετά της οποίας επιδιώκεται η συμμετοχή του εις την λατρευτικήν ζωήν»15. Τελικά, σύμφωνα με τον Αναστάσιο, όλη η Εκκλησία δια του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας μεταμορφώνεται σε μία διαρκή αποστολική - μαρτυρική κίνηση.
Εξάλλου, το εσώτερο βίωμα κάθε χριστιανού τον κινητοποιεί σε μέριμνα για ευαγγελισμό όλου του κόσμου16, είτε με την έμπρακτη προσφορά και διακονία, είτε μέσα από τον κανόνα της προσευχής. Ο ευχαριστιακός φωτισμός, στην οντολογική πραγμάτωσή του, είναι η μύηση στην κοινωνία της Τριάδος και μεταλαμπάδευση της εμπειρίας αυτής στο κοσμικό γίγνεσθαι. «Ο χριστιανός υποχρεούται να διατηρεί ζωηρή την αίσθηση της πανανθρώπινης τραγικής διχοστασίας και να συνεχίζει, με ακτίνα οράσεως και δράσεως την οικουμένη, το διακόνημα της καταλλαγής»17. Επομένως, η θεολογική θέση που προκύπτει ενεργά στη σχέση «τρώγειν» και «αποστέλλειν» εκφράζεται στο γεγονός, ότι κάθε βαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας ωθείται υπαρξιακά να μεταφέρει το ευχαριστιακό βίωμα της «θεοκοινωνίας», στην κοσμολογικών διαστάσεων «ανθρωποκοινωνία». Αυτό σημαίνει συμμετοχή στο διακόνημα της μαρτυρίας στα έθνη, αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο του, που μπορεί να είναι παραδοσιακά χριστιανικός ή και ορθόδοξος ακόμη.
Εν κατακλείδι, το μυστήριο των μυστηρίων, «το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ενώνει τους πάντες εις ‘έν’ εν Χριστώ αναγγέλλοντας μυστηριακά την τελική ανακεφαλαίωση των πάντων εν Αυτώ, την τελική νίκη της Αγάπης, τη δοξαστική κοινωνία ελευθέρων προσώπων»18. Σε τούτη την κοινωνία, η σχέση κατηχούντων - κατηχουμένων είναι αμφίδρομη και λειτουργεί σε υπαρξιακά πλαίσια, ενώνοντας στην κάθετη διάσταση της Θείας Ευχαριστίας (θεανθρώπινη), εκείνη της οριζόντιας (συν-ανθρώπινη). Η παροχή «ευχαριστιακής τροφής», στο στοχασμό του Αρχιεπισκόπου Τιράνων Αναστασίου, τελικά ενεργεί αναπόσπαστα με τη δυναμική κίνηση μαρτυρίας της εν Χριστώ ζωής προς τον πλησίον, με τη μεταφορά του καινού τρόπου ζωής του Αναστημένου Ιησού πέρα από τα δεσμά του χωροχρόνου και της φύσης, τα οποία καταργούνται εντός του εκκλησιαστικού γεγονότος.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 123, σελ. 16-20)

1 Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2000, σελ. 128.
2 Ο.π., σελ. 130 – 131.
3 Ο.π. σελ. 129.
4 Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου, Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σελ. 19 – 20.
5 Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σελ. 48.
6 Τον όρο αυτό πρώτος χρησιμοποίησε ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος Γιαννουλάτος στη Διορθόδοξη Διάσκεψη στο Etchmiadzine της Αρμενίας το 1975, με θέμα : «Η ομολογία του Χριστού μέσω της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας σήμερα».
7 Ο.π., σελ. 129.
8 Πρβλ. Ιω. 6,54 : «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, καγώ αναστήσω αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα».
9 Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, σελ. 21.
10 Ο.π., σελ. 20.
11 Για περισσότερα βλ. Ν. Ματσούκα, Ο Προτεσταντισμός, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 73.
12 Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, σελ. 19 – 20.
13 Ο.π.
14 Ο.π. σελ. 22.
15 Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου, Αφετηριακαί Σκέψεις δια την Ιεραποστολήν, περιοδικό Εκκλησία, 55 (1968), σελ. 467.
16 Πρβλ. την εμπειρική κατανόηση της αλήθειας αυτής από τον Απόστολο Παύλο, Α΄ Κορ. 9,16: «εάν γαρ ευαγγελίζωμαι, ουκ εστι μοι καύχημα˙ ανάγκη γαρ μοι επίκειται˙ ουαί δε μοι εστίν αν μη ευαγγελίζωμαι».
17 Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, σελ. 40.
18 Ο.π., σελ. 132.