Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Εκπαιδευτικό - Πολιτιστικό Πρόγραμμα: Η τέχνη του Θεολογείν - Η Χριστιανική Θεολογία σε διάλογο με τη σύγχρονη κοινωνία

Το υλικό εργασίας του φετινού Εκπαιδευτικού - Πολιτιστικού Προγράμματος στο "Βενετόκλειο" - 1ο Λύκειο Ρόδου δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό βιβλίο (e-book) με τίτλο "Καλλιεργώντας δεξιότητες, στάσεις και αξίες μέσα από την εκπαίδευση".  Για να δείτε τις υπόλοιπες ενδιαφέρουσες εργασίες των μαθητών/τριών και των καθητών/τριών τους από τα διάφορα σχολεία του Νομού Δωδεκανήσου ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ 


Ευθύς αμέσως ακολουθεί το κείμενο και το φωτογραφικό υλικό του Προγράμματός μας, όπως δημοσιεύτηκε στις σελίδες 152-162 του εν λόγω e-book.

"Καλλιεργώντας δεξιότητες, στάσεις και αξίες μέσα από την εκπαίδευση"

Ηλεκτρονικό βιβλίο από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου

Επιμέλεια: Ευαγγελία Μουλά - Ιωάννης Παπαδομαρκάκης


Με χαρά ανακοινώνουμε την έκδοση του ηλεκτρονικού βιβλίου (e-book) από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου. Το ηλεκτρονικό βιβλίο είναι προϊόν εργασιών μαθητών/τριών και καθηγητών/τριών, που συμμετείχαν σε Προγράμματα Σχολικών Δραστηριοτήτων των σχολικών μονάδων της Δωδεκανήσου. Την επιμέλεια του ηλεκτρονικού βιβλίου είχαν ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου Δρ. Ιωάννης Παπαδομαρκάκης και η υπεύθυνη Σχολικών Δραστηριοτήτων της Δ.Δ.Ε. Δωδεκανήσου Δρ. Ευαγγελία Μουλά. Η έκδοση έγινε από το Ίδρυημα Υποτροφιών Ρόδου Εμμανουήλ Χριστοφ. Σταματία και Μαρίας Χριστοφ. Σταματίου-Παπαδάκη. 

Το ηλεκτρονικό βιβλίο εκτείνεται σε 310 σελίδες. Συμμετέχουν πολλές φίλες και φίλοι καθώς και εξαιρετικοί συνάδελφοι από όλον τον Νομό Δωδεκανήσου με πραγματικά αξιόλογες εργασίες, τις οποίες εκπόνησαν με τους/τις μαθητές/τριές τους. Σχετικά με το θέμα του βιβλίου αντιγράφω από τον Εισαγωγή του e-book της Δρ. Ευαγγελίας Μουλά. "Τα προγράμματα Σχολικών Δραστηριοτήτων μέσα από την ολιστική παιδαγωγική τους σκόπευση και τη σύγχρονη μεθοδολογία στοχεύουν στην ολόπλευρη ανάπτυξη των νέων ανθρώπων, νοητική, συναισθηματική, ηθική, κοινωνική και εντέλει πολιτική, υπηρετώντας το ευρύτερο πλαίσιο της εκπαίδευσης για την αειφορία.  Οι τομείς ανάπτυξης των προγραμμάτων και τα πεδία δραστηριοποίησής τους συμπεριλαμβάνουν όλες τις συνιστώσες που συνθέτουν και οριοθετούν την έννοια της εκπαίδευσης για την αειφορία, όχι μόνο στον τομέα της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, που εξ ορισμού υπηρετεί την αειφορική προοπτική με την κυριολεκτική διάσταση του όρου, αλλά εξίσου στους τομείς της αγωγής υγείας και του πολιτισμού. [...] Προκύπτει, λοιπόν μέσα από τα Προγράμματα Σχολικών Δραστηριοτήτων, ένας επαναπροσδιορισμός της έννοιας της εκπαίδευσης, όπου αυτή ορίζεται ως φορέας πολιτισμού και αξιών, ως ένα περιβάλλον υγιούς κοινωνικοποίησης, διαμόρφωσης συμπεριφορών, στάσεων και αξιών ζωής και με λίγα λόγια,  ως συνισταμένη ενός κοινού σχεδίου, ενός οράματος για την αλλαγή του κόσμου".

Σε αυτό το ηλεκτρονικό βιβλίο υπάρχει και η συμμετοχή των μαθητών/τριών του "Βενετοκλείου" - 1ου Λυκείου Ρόδου. Με τους/τις μαθητές/τριες είχα τη χαρά και την ευλογία να ψηλαφήσουμε μαζί τη σύγχρονη τέχνη της θεολογίας. Με άλλα λόγια, να αναζητήσουμε τους τρόπους με τους οποίους η Χριστιανική Εκκλησία διαλέγεται με την κοινωνία και ειδικά με τους ανθρώπους άλλων θρησκειών στα πλαίσια μιας πολυπολιτιστικής και πολυθρησκειακής κοινωνίας. Μοντέλο έρευνας και εργασίας μας υπήρξε το ιστορικό παράδειγμα αρμονικής συμβίωσης των κατοίχων ποικίλων θρησκευτικών ομάδων της νήσου Ρόδου μέσα από το πέρασμα των αιώνων. Συγχρόνως, οι μαθητές/τριες μελέτησαν στοιχειωδώς το έργο  φιλοσόφων με αθεϊστικό προσανατολισμό (C. Marx, Fr. Nietzsche, S. Freud και Z.P. Sartre) σε σχέση με τις προϋποθέσεις και τη δυνατότητα διαλόγου με τη δυναμική θεολογική παράδοση της Χριστιανικής Εκκλησίας. Τα συμπεράσματά μας κατέληξαν στην κοινή συνισταμένη αυτού του διαλόγου που δεν είναι άλλη από την αναζήτηση της αλήθειας.

Οι εργασίες των μαθητών/τριών δημοσιεύτηκαν στο εκπαιδευτικό ιστολόγιο "Η τέχνη του θεολογείν". Οι εργασίες μας ολοκληρώθηκαν με την επίσκεψη στους ποικίλους θρησκετικούς χώρους (Ορθόδοξη και Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, Τζαμί του Σουλεϊμάν και Ιουδαϊκή Συναγωγή) της Μεσαιωνικής Πόλης Ρόδου, όπου δόθηκε το τελικό μήνυμα της ορατής προσπάθειας αρμονικής συνύπαρξης των ανθρώπων διαφόρων θρησκειών σε ένα κοινό κοινωνικό περιβάλλον, ξέχωρα από κάθε είδους θρησκευτικό και ιδεολογικό φανατισμό που κατακερματίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Εν τέλει, τα πορίσματα των εργασιών φανέρωσαν ότι "η βία στο όνομα της θρησκείας βιάζει την ίδια την θρησκεία", σύμφωνα με την περιώνυμη έκφραση του νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου.

Το Εκπαιδευτικό και Πολιτιστικό Πρόγραμμα των μαθητών/τριών του "Βενετοκλείου" - 1ου Λυκείου Ρόδου είχε τον τίτλο του ιστολογίου μας: "Η τέχνη του Θεολογείν - Η Χριστιανική Θεολογία σε διάλογο με τη σύγχρονη κοινωνία". Από αυτή τη θέση θα ήθελα να ευχαριστήσω και τους 29 μαθητές/τριες από διάφορα τμήματα της Α΄ και της Β΄ Λυκείου του σχολείου μας που έλαβαν μέρος στο εν λόγω Πολιτιστικό Πρόγραμμα. Επίσης, θα έπιθυμούσα να ευχαριστήσω τον διευθυντή του σχολείου κο Βασίλειο Ζήκα, τους υποδιευθυντές κα Χρυσάνθη Καράκιζα και κο Χαράλαμπο Κολιάδη καθώς και όλους τους συναδέλφους για την αμέριστη συμπαράσταση και συνεργασία τους. Τέλος, θερμές ευχαριστίες αναπέμπονται στος επιμελητές αυτής της ηλεκτρονικής έκδοσης Δρ. Ιωάννη Παπαδομαρκάκη και Δρ. Ευαγγελία Μουλά για την τιμή να συμπεριλάβουν το Πρόγραμμά μας στην ηλεκτρονική αυτή έκδοση. 

Για να δείτε το ηλεκτρονικό βιβλίο ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ
Η εργασία μας βρίσκεται στις σελίδες 152-162.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Όταν η Εκκλησία "παραβίασε" το "πρωτόκολλο"


Δήμητρας Κούκουρα, Καθηγήτριας Τμήματος Θεολογίας Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ


Αναδημοσίευση από το  ΤΟ ΒΗΜΑ

Όταν οι Πατέρες μιλούν στη γλώσσα των παιδιών τους, οι πιθανότητες για την πρόσληψη του μηνύματός τους αυξάνουν. Η έκπληξη στη λήξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προήλθε από μία αυτονόητη, αλλά ασυνήθιστη μέχρι τώρα γλωσσική επιλογή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνθηκε στο ελληνόφωνο πλήρωμά της στη γλώσσα που μαθαίνει από τη μητέρα του και το σχολείο του, στη γλώσσα της λογοτεχνίας, της διοίκησης και της καθημερινής ζωής. Το «πρωτόκολλο» υπεχώρησε μπροστά στην ανάγκη της ποιμαντικής και του επανευαγγελισμού!
Η ελληνική γλώσσα έχει μία αδιάκοπη ιστορική πορεία και παρουσιάζει ποικίλες μορφές στη φωνητική, τη μορφολογία (γραμματική), τη σύνταξη και το λεξιλόγιο σε κάθε ιστορική της φάση. Η Παλαιά Διαθήκη μεταφράστηκε στην Ελληνιστική Κοινή προφορική γλώσσα της λεκάνης της Μεσογείου και στην ίδια καταγράφηκαν τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, επιλογή που σημαίνει ευρύτατη κατανόηση από τους ελληνοφώνους της εποχής. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται το ρεύμα του αττικισμού που υπαγορεύει τη μίμηση της αττικής διαλέκτου και τη χρήση των ρητορικών σχημάτων ως απαραίτητη προϋπόθεση για την καταξίωση οποιουδήποτε λογοτεχνικού είδους.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας - Επίσημο κείμενο

ΜΗΝΥΜΑ
Τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
Πρός τόν Ὀρθόδοξο λαό
καί κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως
Ὑμνοῦμε καί δοξολογοῦμε τόν Θεό τῶν «οἰκτιρμῶν καὶ πάσης παρακλήσεως», διότι μᾶς ἀξίωσε νά συνέλθουμε τήν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς (18-26 Ἰουνίου 2016) στήν Κρήτη, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ὁ μαθητής του Τίτος κήρυξαν τό Εὐαγγέλιο στά πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Εὐχαριστοῦμε τόν ἐν Τριάδι Θεό, διότι εὐδόκησε νά περατώσουμε μέ ὁμοψυχία τίς ἐργασίες τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξίας, τήν ὁποία συγκάλεσε ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος, μέ τήν ὁμόφρονη γνώμη τῶν Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν.

Λήξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Το βίντεο με την καταληκτήρια ομιλία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου.


Η σπουδαιότης της Νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον - Επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου


Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΤΗΡΗΣΙΣ ΑΥΤΗΣ ΣΗΜΕΡΟΝ
  1. Ἡ νηστεία εἶναι θεία ἐντολή (Γεν. β’, 16-17). Κατά τόν Μ. Βασίλειον, «συνηλικιῶτίς ἐστι τῆς ἀνθρωπότητος· νηστεία γάρ ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη» (Περί νηστείας, 1, 3. PG 31, 168A). Εἶναι μέγα πνευματικόν ἀγώνισμα καί ἡ κατ’ ἐξοχήν ἔκφρασις τοῦ ἀσκητικοῦ ἰδεώδους τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπαρεγκλίτως στοιχοῦσα εἴς τε τά ἀποστολικά θεσπίσματα καί τούς συνοδικούς κανόνας καί εἰς τήν καθ’ ὅλου πατερικήν παράδοσιν, διεκήρυξε πάντοτε τήν ὑψίστην ἀξίαν τῆς νηστείας διά τόν πνευματικόν βίον τοῦ ἀνθρώπου καί τήν σωτηρίαν αὐτοῦ. Εἰς τόν κύκλον τῆς λατρείας τοῦ ἐνιαυτοῦ τοῦ Κυρίου προβάλλεται ἡ ὅλη περί τῆς νηστείας πατερική παράδοσις καί διδασκαλία διά τήν συνεχῆ καί ἀδιάπτωτον ἐγρήγορσιν τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἐπίδοσιν αὐτοῦ εἰς τούς πνευματικούς ἀγῶνας. Διό καί ὑμνεῖται εἰς τό Τριῴδιον ὡς χάρις πολύφωτος, ὡς ὅπλον ἀκαταμάχητον, ὡς πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή, ὡς καλλίστη τρίβος ἀρετῶν, ὡς τροφή ψυχῆς, ὡς πηγή φιλοσοφίας ἁπάσης, ὡς ἀφθάρτου διαγωγῆς καί ἰσαγγέλου πολιτείας τό μίμημα, ὡς μήτηρ τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων καί πασῶν τῶν ἀρετῶν.

Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου - Επίσημο κείμενο


ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ

τῆς Ἁγίας και Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

(Κρήτη, 2016)
Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ὕμνον εὐχαριστίας ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριά

δι προσκυνουμένῳ Θεῷ, τῷ ἀξιώσαντι ἡμᾶς συνελθεῖν κατά τάς ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς ἐπί τό αὐτό ἐν τῇ νήσῳ Κρήτῃ, τῇ ἁγιασθείσῃ ὑπό τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν Παύλου καί τοῦ μαθητοῦ αὐτοῦ Τίτου, τοῦ «γνησίου τέκνου κατά κοινήν πίστιν» (Τίτ. α’, 4), καί, Ἁγίου Πνεύματος ἐπινεύσει, περαιῶσαι τάς ἐργασίας τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, συγκληθείσης ὑπό τῆς Α. Θ Παναγιότητος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, συμφρονούντων τῶν Μακαριωτάτων Προκαθημένων τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς δόξαν τοῦ εὐλογημένου ὀνόματος Αὐτοῦ καί ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ καί τοῦ κόσμου παντός, συνομολογοῦντες μετά τοῦ θείου Παύλου «οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ» (Α’ Κορ. δ´, 1).

Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ αὐθεντικήν μαρτυρίαν τῆς πίστεως εἰς τόν Θεάνθρωπον Χριστόν, τόν Μονογενῆ Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, τόν φανερώσαντα, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως, τοῦ ὅλου ἐπιγείου ἔργου, τῆς σταυρικῆς θυσίας καί τῆς ἀναστάσεώς Αὐτοῦ, τόν Τριαδικόν Θεόν ὡς ἄπειρον Ἀγάπην. Ὅθεν, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ἀπευθύνομεν τόν λόγον τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος» (Α’ Πέτρ. γ’, 15) οὐ μόνον πρός τά τέκνα τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἀλλά καί πρός πάντα ἄνθρωπον, «τόν μακράν καί τόν ἐγγύς» (Ἐφεσ. β’, 17). Ἡ «ἐλπὶς ἡμῶν» (Α’ Τιμ. α’, 1), ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ἀπεκαλύφθη ὡς «Θεός μεθ’ ἡμῶν» (Ματθ. α’, 23) καί ὡς Θεός «ὑπὲρ ἡμῶν» (Ρωμ. η’, 32), «ὅς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α’ Τιμ. β’, 4). Τόν ἔλεον κηρύττοντες καί τήν εὐεργεσίαν οὐ κρύπτοντες, ἐν ἐπιγνώσει τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσιν» (Ματθ. κδ’, 35), ἐν «χαρᾷ πεπληρωμένῃ» (Α’ Ἰωάν. α’, 4) εὐαγγελιζόμεθα τόν λόγον τῆς πίστεως, τῆς ἐλπίδος καί τῆς ἀγάπης, προσβλέποντες πρός τήν «ἀνέσπερον καὶ ἀδιάδοχον καὶ ἀτελεύτητον ἡμέραν» (Μ. Βασιλείου, Εἰς τήν Ἑξαήμερον Β’. PG 29, 52). Τό γεγονός ὅτι «τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ’, 20), δέν ἀναιρεῖ, ἀλλ’ ἐνδυναμώνει τήν μαρτυρίαν ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ.
Ἐν τούτῳ στοιχοῦμεν τῇ παραδόσει τῶν Ἀποστόλων καί Πατέρων ἡμῶν, οἵτινες εὐηγγελίζοντο τόν Χριστόν καί τήν δι’ αὐτοῦ σωστικήν ἐμπειρίαν τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, θεολογοῦντες «ἁλιευτικῶς», ἤγουν ἀποστολικῶς πρός τούς ἀνθρώπους ἑκάστης ἐποχῆς διά νά μεταδώσουν εἰς αὐτούς τό Εὐαγγέλιον τῆς ἐλευθερίας «ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσεν» (Γαλ. ε´, 1). Ἡ Ἐκκλησία δέν ζῇ διά τόν ἑαυτόν της. Προσφέρεται δι’ ὁλόκληρον τήν ἀνθρωπότητα, διά τήν ἀνύψωσιν καί τήν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου εἰς καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆν (πρβλ. Ἀποκ. κα’, 21). Ὅθεν δίδει τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν καί διανέμει ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος.
***

I. Ἡ Ἐκκλησία: Σῶμα Χριστοῦ, εἰκών τῆς Ἁγίας Τριάδος
1. Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).
2. Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πιστή εἰς τήν ὁμόφωνον ταύτην ἀποστολικήν παράδοσιν καί μυστηριακήν ἐμπειρίαν, ἀποτελεῖ τήν αὐθεντικήν συνέχειαν τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὡς αὕτη ὁμολογεῖται εἰς τό Σύμβολον τῆς πίστεως καί βεβαιοῦται διά τῆς διδασκαλίας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Οὕτως, αἰσθάνεται μείζονα τήν εὐθύνην αὐτῆς ὄχι μόνον διά τήν αὐθεντικήν βίωσιν τῆς ἐμπειρίας αὐτῆς ὑπό τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἀλλά καί διά τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας πρός πάντας τούς ἀνθρώπους.
3. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.
4. Δέν νοεῖται ἁγιότης τοῦ ἀνθρώπου ἐκτός τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, «ὅ ἐστιν ἡ Ἐκκλησία» (Ἐφεσ. α’, 23). Ἡ ἁγιότης πηγάζει ἀπό τόν μόνον Ἅγιον. Εἶναι μετοχή τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ «κοινωνίᾳ τῶν ἁγίων», ὡς διακηρύσσεται εἰς τήν ἐκφώνησιν τοῦ ἱερέως κατά τήν θείαν Λειτουργίαν: «Τά Ἅγια τοῖς ἁγίοις» καί εἰς τήν ἀπάντησιν τῶν πιστῶν «Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν». Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας τονίζει ὅτι ὁ Χριστός, «ἅγιος πάλιν ὑπάρχων κατὰ φύσιν, ὡς Θεός, (…) ἁγιάζεται δι’ ἡμᾶς ἐν ἁγίῳ Πνεύματι (…). Ἔδρα δὲ τοῦτο (ὁ Χριστός) δι’ ἡμᾶς, οὐ δι’ ἑαυτόν, ἵνα ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ δή, πρώτῳ δεξαμένου τοῦ πράγματος (= ἁγιασμοῦ) τὴν ἀρχήν, εἰς ἅπαν οὕτω τὸ γένος ἡ τοῦ ἁγιάζεσθαι λοιπὸν διαβαίνοι χάρις» (Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, ΙΑ’. PG 74, 548).
Συνεπῶς, κατά τόν ἅγιον Κύριλλον, ὁ Χριστός εἶναι τό «κοινόν πρόσωπον» ἡμῶν, διά τῆς ἀνακεφαλαιώσεως εἰς τήν ἰδικήν του ἀνθρωπότητα ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, «πάντες γάρ ἦμεν ἐν Χριστῷ, καί τό κοινόν τῆς ἀνθρωπότητος εἰς αὐτόν ἀναβιοῖ πρόσωπον» (Ὑπόμνημα εἰς τό κατά Ἰωάννην ΕὐαγγέλιονΙΑ’. PG 73, 157-161), διό καί εἶναι ἡ μόνη πηγή τοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἁγιασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἁγιότης εἶναι μετοχή τοῦ ἀνθρώπου τόσον εἰς τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί εἰς τά ἱερά αὐτῆς μυστήρια, μέ ἐπίκεντρον τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἥτις ἐστί «θυσία ζῶσα, ἁγία, εὐάρεστος τῷ Θεῷ» (Ρωμ. ιβ’, 1). «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς» (Ρωμ. η’, 35-37). Οἱ ἅγιοι ἐνσαρκώνουν τήν ἐσχατολογικήν ταυτότητα τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἀέναον δοξολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἐπιγείου καί τοῦ ἐπουρανίου θρόνου «τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης» (Ψαλμ. κγ’, 7), εἰκονίζοντες τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.
5. Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων. Ἡ ἀρχή τῆς αὐτοκεφαλίας δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῇ εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικότητος καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμεν λοιπόν ὅτι ἡ δημιουργία τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Διασπορᾷ, ἀπαρτιζομένων ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐκ τῶν ὁρισθεισῶν περιοχῶν ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων ἐπισκόπων, οἵτινες ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον, ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως αὐτῶν, ἡ δέ συνεπής λειτουργία αὐτῶν ἐγγυᾶται τόν σεβασμόν τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.
ΙΙ. Ἡ ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας ἐν τῷ κόσμῳ
6. Τό ἀποστολικόν ἔργον καί ἡ ἐξαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου, γνωστή ὡς ἱεραποστολή, ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διαφύλαξις καί τήρησις τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Ματθ. κη’, 19). Εἶναι ἡ πνοή ζωῆς, τήν ὁποίαν ἐμφυσᾷ ἡ Ἐκκλησία εἰς τήν κοινωνίαν τῶν ἀνθρώπων καί ἐκκλησιοποιεῖ τόν κόσμον διά τῶν ἑκασταχοῦ νεοπαγῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ ὀρθόδοξοι πιστοί εἶναι καί ὀφείλουν νά εἶναι ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ ἀποστολή αὐτή πρέπει νά ἐκπληροῦται ὄχι ἐπιθετικῶς, ἀλλ’ ἐλευθέρως, ἐν ἀγάπῃ καί ἐν σεβασμῷ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα ἀτόμων καί λαῶν. Εἰς τήν προσπάθειαν αὐτήν ὀφείλουν νά συμμετέχουν πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν εἰς τήν κανονικήν τάξιν.
Ἡ μετοχή εἰς τήν θείαν Εὐχαριστίαν εἶναι πηγή ἀποστολικοῦ ζήλου πρός εὐαγγελισμόν τοῦ κόσμου. Μετέχοντες τῆς θείας Εὐχαριστίας καί προσευχόμενοι ἐν τῇ ἱερᾷ Συνάξει ὑπέρ τῆς Οἰκουμένης, καλούμεθα νά συνεχίσωμεν τήν «λειτουργίαν μετά τήν Λειτουργίαν» καί νά δίδωμεν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως ἡμῶν ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων, μοιραζόμενοι τάς δωρεάς τοῦ Θεοῦ μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ὑπήκοοι πρός τήν σαφῆ ἐντολήν τοῦ Κυρίου πρό τῆς Ἀναλήψεώς Του: «καί ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. α’, 8). Τά λόγια πρό τῆς θείας κοινωνίας «μελίζεται καί διαμερίζεται ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ μελιζόμενος καί μή διαιρούμενος, ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος καί μηδέποτε δαπανώμενος», ὑποδεικνύουν ὅτι ὁ Χριστός ὡς «ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. α’, 29) καί ὡς «Ἄρτος Zωῆς» (Ἰωάν. στ’, 48) προσφέρεται εἰς ἡμᾶς ὡς ἡ αἰωνία Ἀγάπη, ἑνώνων ἡμᾶς μέ τόν Θεόν καί πρός ἀλλήλους. Μᾶς διδάσκει νά διανέμωμεν τά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί νά προσφέρωμεν τόν ἑαυτόν μας πρός πάντας μέ χριστοειδῆ τρόπον.
Ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ἀψευδής μαρτυρία τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων – «εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινή κτίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β’ Κορ. ε’, 17) καί κλῆσις πρός πάντας τούς ἀνθρώπους προσωπικῆς μετοχῆς ἐν ἐλευθερίᾳ εἰς τήν αἰώνιον ζωήν, εἰς τήν χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τήν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, διά νά βιώσουν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τήν κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Βουλομένων γὰρ οὐ τυραννουμένων τὸ τῆς σωτηρίας μυστήριον» (Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Εἰς τήν προσευχήν τοῦ Πάτερ ἡμῶν. PG 90, 880). Ὁ ἐπανευαγγελισμός τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τάς συγχρόνους ἐκκοσμικευμένας κοινωνίας, ὡς ἐπίσης καί ὁ εὐαγγελισμός ὅσων εἰσέτι δέν ἐγνώρισαν τόν Χριστόν, ἀποτελοῦν ἀδιάλειπτον χρέος τῆς Ἐκκλησίας.
ΙΙI. Ἡ Οἰκογένεια - εἰκών τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Ἐκκλησίαν
7. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀκατάλυτον ἀγαπητικήν ἕνωσιν ἀνδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν», (Ἐφεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ἐξ αὐτοῦ οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν μόνην ἐγγύησιν τῆς γεννήσεως καί τῆς ἀνατροφῆς τῶν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τῆς θείας Οἰκονομίας, «Ἐκκλησίαν μικράν» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα εἰς αὐτήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.
Ἡ σύγχρονος κρίσις τοῦ γάμου καί τῆς οἰκογενείας εἶναι ἀπότοκος τῆς κρίσεως τῆς ἐλευθερίας ὡς εὐθύνης, τῆς συρρικνώσεως αὐτῆς εἰς εὐδαιμονιστικήν αὐτοπραγμάτωσιν, τῆς ταυτίσεώς της μέ ἀτομικήν αὐταρέσκειαν, αὐτάρκειαν καί αὐτονομίαν, καί τῆς ἀπωλείας τοῦ μυστηριακοῦ χαρακτῆρος τῆς ἑνώσεως ἀνδρός καί γυναικός, ὡς καί τῆς λήθης τοῦ θυσιαστικοῦ ἤθους τῆς ἀγάπης. Ἡ σύγχρονος ἐκκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ ἀμιγῶς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροῦσα αὐτόν ὡς μίαν ἁπλῆν μορφήν σχέσεως, μεταξύ ὅλων τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι δικαιοῦνται ἐξ ἴσου θεσμικῆς κατοχυρώσεως.
Ὁ γάμος εἶναι ἐκκλησιοτραφές ἐργαστήριον ζωῆς ἐν ἀγάπῃ καί ἀνυπέρβλητος δωρεά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἡ «ὑψηλή χείρ» τοῦ «συνδέτου» Θεοῦ «ἀοράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ἁρμόζουσα» μετά τοῦ Χριστοῦ καί μετ’ ἀλλήλων. Οἱ στέφανοι, οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦνται ἐπί τῆς κεφαλῆς τοῦ νυμφίου καί τῆς νύμφης κατά τήν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου, παραπέμπουν εἰς τήν διάστασιν τῆς θυσίας καί τῆς πλήρους ἀφιερώσεως εἰς τόν Θεόν καί εἰς ἀλλήλους, ἀναφέρονται δέ ἐπίσης καί εἰς τήν ζωήν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτοντες τήν ἐσχατολογικήν ἀναφοράν τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης.
8. Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπευθύνεται μετ’ ἰδιαιτέρας ἀγάπης καί στοργῆς πρός τά παιδία καί ὅλους τούς νέους. Μέσα εἰς τόν κυκεῶνα τῶν ἀλληλοαναιρουμένων ὁρισμῶν τῆς ταυτότητος τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ἡ ἁγιωτάτη ἡμῶν Ἐκκλησία προβάλλει τά Κυριακά λόγια, «ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. ιη´, 3) καί τό «ὅς ἄν μή δέξηται τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον οὐ μή εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν» (Λουκ. ιη´, 17), ὡς καί ὅσα ἀναφέρει ὁ Σωτήρ ἡμῶν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι «κωλύουν» (Λουκ. ιη´, 16) τά παιδία νά Τόν πλησιάσουν καί δι’ ὅσους τά «σκανδαλίζουν» (Ματθ. ιη´, 6).
Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει εἰς τούς νέους ὄχι ἁπλῶς «βοήθειαν», ἀλλά τήν «ἀλήθειαν» τῆς θεανθρωπίνης καινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ ὀρθόδοξοι νέοι ὀφείλουν νά συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταυτοχρόνως δέ καί οἱ συνεχισταί αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι θά διαφυλάσσουν θαρραλέως καί θά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς Ὀρθοδοξίας διά νά δίδουν τήν ζείδωρον χριστιανικήν μαρτυρίαν. Ἐξ αὐτῶν θά ἀναδειχθοῦν οἱ μελλοντικοί διάκονοι τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Οἱ νέοι, λοιπόν, εἶναι ὄχι ἁπλῶς τό «μέλλον» τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί ἡ ἐνεργός ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζωῆς αὐτῆς ἐν τῷ παρόντι.
ΙV. Ἡ κατά Χριστόν παιδεία
9. Εἰς τήν ἐποχήν μας, παρατηροῦνται εἰς τόν χῶρον τῆς ἀγωγῆς καί τῆς παιδείας νέαι τάσεις ἀναφορικῶς πρός τό περιεχόμενον καί τούς σκοπούς τῆς παιδείας, ὅπως καί ὡς πρός τό θέμα τῆς θεωρήσεως τῆς παιδικῆς ἡλικίας, τοῦ ρόλου τόσον τοῦ διδασκάλου καί τοῦ μαθητοῦ, ὅσον καί τοῦ συγχρόνου σχολείου. Ἐφ’ ὅσον ἡ παιδεία ἀναφέρεται ὄχι ἁπλῶς εἰς ὅ,τι εἶναι, ἀλλ’ εἰς αὐτό τό ὁποῖον ὀφείλει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος καί εἰς τό περιεχόμενον τῆς εὐθύνης του, εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἡ εἰκών, τήν ὁποίαν ἔχομεν διά τόν ἄνθρωπον καί διά τό νόημα τῆς ὑπάρξεώς του, καθορίζει τήν ἄποψίν μας καί διά τήν παιδείαν του. Τό κυρίαρχον σήμερον ἐκκοσμικευμένον ἀτομοκεντρικόν ἐκπαιδευτικόν σύστημα, τό ὁποῖον ταλανίζει τήν νέαν γενεάν, προβληματίζει καί τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.
Εἰς τό κέντρον τῆς ποιμαντικῆς μερίμνης τῆς Ἐκκλησίας εὑρίσκεται μία παιδεία, ἡ ὁποία ἀποβλέπει ὄχι μόνον εἰς τήν νοητικήν καλλιέργειαν, ἀλλά καί εἰς τήν οἰκοδομήν καί τήν ἀνάπτυξιν τοῦ συνόλου ἀνθρώπου ὡς ψυχοσωματικῆς καί πνευματικῆς ὀντότητος, συμφώνως πρός τήν τρίπτυχον ἀρχήν Θεός, ἄνθρωπος, κόσμος. Εἰς τόν κατηχητικόν αὐτῆς λόγον, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καλεῖ φιλοστόργως τόν λαόν τοῦ Θεοῦ, ἰδίᾳ δέ τούς νέους, εἰς ἐνσυνείδητον καί ἐνεργόν συμμετοχήν εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, καλλιεργοῦσα εἰς αὐτούς τόν «ἄριστον πόθον» τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οὕτω, τό χριστεπώνυμον πλήρωμα εὑρίσκει ἐν τῇ θεανθρωπίνῃ κοινωνίᾳ τῆς Ἐκκλησίας ὑπαρξιακόν στήριγμα καί βιώνει ἐν αὐτῇ τήν ἀναστάσιμον προοπτικήν τῆς κατά χάριν θεώσεως.
V. Ἡ Ἐκκλησία ἐνώπιον τῶν συγχρόνων προκλήσεων
10. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εὑρίσκεται σήμερον ἀντιμέτωπος ἀκραίων ἤ καί προκλητικῶν ἐκφράσεων τῆς ἰδεολογίας τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ἐνδιαθέτων εἰς τάς πολιτικάς, πολιτισμικάς καί κοινωνικάς ἐξελίξεις. Βασικόν στοιχεῖον τῆς ἰδεολογίας τῆς ἐκκοσμικεύσεως ὑπῆρξε πάντοτε καί παραμένει μέχρι σήμερον ἡ πλήρης αὐτονόμησις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστόν καί ἀπό τήν πνευματικήν ἐπιρροήν τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς αὐθαιρέτου μάλιστα ταυτίσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν συντηρητισμόν, ὡς ἐπίσης καί διά τοῦ ἀνιστορήτου χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς δῆθεν ἐμποδίου εἰς πᾶσαν πρόοδον καί ἐξέλιξιν. Εἰς τάς ἐκκοσμικευμένας συγχρόνους κοινωνίας ὁ ἄνθρωπος, ἀποκεκομμένος ἀπὸ τόν Θεόν, ταυτίζει τήν ἐλευθερίαν του καί τό νόημα τῆς ζωῆς του μέ ἀπόλυτον αὐτονομίαν καί μέ ἀποδέσμευσιν ἀπό τόν αἰώνιον προορισμόν του, μέ ἀποτέλεσμα σειράν παρανοήσεων καί σκοπίμων παρερμηνειῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως. Οὕτως, ἡ ἄνωθεν χορήγησις τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας καί ἡ πρόοδος εἰς τό «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ´, 13) θεωρεῖται ὅτι ἀντιστρατεύεται τάς αὐτοσωτηρικάς τάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θυσιαστική ἀγάπη ἀξιολογεῖται ὡς ἀσύμβατος μέ τόν ἀτομοκεντρισμόν, ἐνῶ ὁ ἀσκητικός χαρακτήρ τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους κρίνεται ὡς ἀφόρητος πρόκλησις διά τόν εὐδαιμονισμόν τοῦ ἀτόμου.
Ἡ ταύτισις τῆς Ἐκκλησίας μέ συντηρητισμόν, ἀσυμβίβαστον πρός τήν προόδον τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι αὐθαίρετος καί καταχρηστική, ἐφ’ ὅσον ἡ συνείδησις τῆς ταυτότητος τῶν χριστιανικῶν λαῶν φέρει ἀνεξίτηλον τήν σφραγῖδα τῆς διαχρονικῆς συμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον εἰς τήν πολιτιστικήν κληρονομίαν αὐτῶν, ἀλλά καί εἰς τήν ὑγιᾶ ἀνάπτυξιν τοῦ θύραθεν πολιτισμοῦ γενικώτερον, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔθεσε τόν ἄνθρωπον οἰκονόμον τῆς θείας δημιουργίας καί συνεργόν Αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τοῦ συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ὡς ἔσχατον μέτρον τῶν πάντων: «Οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεόν ἐνανθρωπήσαντα» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ,Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Γ’, 2. PG 94, 988). Ἀναδεικνύει δέ τήν σωτηριώδη ἀλήθειαν τοῦ Θεανθρώπου καί τό Σῶμά Του, τήν Ἐκκλησίαν, ὡς τόπον καί τρόπον τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ ζωῆς, ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ» (πρβλ. Ἐφεσ. δ’, 15) καί ὡς μετοχήν, ἤδη ἐπί τῆς γῆς, εἰς τήν ζωήν τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Ὁ θεανθρώπινος, «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. ιη’, 36) χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος τρέφει καί κατευθύνει τήν «ἐν τῷ κόσμῳ» παρουσίαν καί μαρτυρίαν αὐτῆς, εἶναι ἀσυμβίβαστος μέ κάθε μορφήν συσχηματισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν κόσμον (πρβλΡωμ. ιβ’, 2).
11. Διά τῆς συγχρόνου ἀναπτύξεως τῶν ἐπιστημῶν καί τῆς τεχνολογίας, ἡ ζωή μας ἀλλάζει ριζικῶς. Καί ὅ,τι ἐπιφέρει ἀλλαγήν εἰς τόν τρόπον ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους του διάκρισιν, ἐφ’ ὅσον, ἐκτός τῶν σημαντικῶν εὐεργεσιῶν, ὅπως λ.χ. ἡ διευκόλυνσις τῆς καθημερινότητος, ἡ ἐπιτυχής ἀντιμετώπισις σοβαρῶν ἀσθενειῶν καί ἡ ἔρευνα τοῦ διαστήματος, εἴμεθα ἐπίσης ἀντιμέτωποι καί μέ τάς ἀρνητικάς ἐπιπτώσεις τῆς ἐπιστημονικῆς προόδου. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος χειραγωγήσεως τῆς ἀνθρωπίνης ἐλευθερίας, χρήσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἁπλοῦ μέσου, σταδιακῆς ἀπωλείας πολυτίμων παραδόσεων, ἀπειλῆς ἤ καί καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.
Ἡ ἐπιστήμη, ἀπό τήν ἰδίαν τήν φύσιν της, δέν διαθέτει δυστυχῶς τά ἀναγκαῖα μέσα διά τήν πρόληψιν καί τήν θεραπείαν πολλῶν ἐκ τῶν προβλημάτων, τά ὁποῖα προκαλεῖ ἀμέσως ἤ ἐμμέσως. Ἡ ἐπιστημονική γνῶσις δέν κινητοποιεῖ τήν ἠθικήν βούλησιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος, καίτοι γνωρίζει τούς κινδύνους, συνεχίζει νά δρᾷ ὡς ἐάν δέν ἐγνώριζεν. Ἡ ἀπάντησις εἰς τά σοβαρά ὑπαρξιακά καί ἠθικά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου καί εἰς τό αἰώνιον νόημα τῆς ζωῆς αὐτοῦ καί τοῦ κόσμου, δέν εἶναι δυνατόν νά δοθῇ χωρίς μίαν πνευματικήν προσέγγισιν.
12. Διάχυτος εἶναι εἰς τήν ἐποχήν μας ὁ ἐνθουσιασμός διά τάς ἐντυπωσιακάς ἐξελίξεις εἰς τόν χῶρον τῆς Βιολογίας, τῆς Γενετικῆς καί τῆς Νευροφυσιολογίας τοῦ ἐγκεφάλου. Πρόκειται δι’ ἐπιστημονικάς κατακτήσεις, τό εὖρος τῶν ἐφαρμογῶν τῶν ὁποίων ἐνδέχεται νά προκαλέσῃ σοβαρώτατα ἀνθρωπολογικά καί ἠθικά διλήμματα. Ἡ ἀνεξέλεγκτος χρῆσις τῆς Βιοτεχνολογίας εἰς τήν ἀρχήν, τήν διάρκειαν καί τό τέλος τῆς ζωῆς, θέτει εἰς κίνδυνον τήν αὐθεντικήν πληρότητα αὐτῆς. Ὁ ἄνθρωπος πειραματίζεται ἐντονώτερον μέ τήν ἰδίαν του φύσιν κατά ἀκραῖον καί ἐπικίνδυνον τρόπον. Κινδυνεύει νά μετατραπῇ εἰς μίαν βιολογικήν μηχανήν, εἰς μίαν ἀπρόσωπον κοινωνικήν μονάδα ἤ εἰς μίαν συσκευήν ἐλεγχομένης σκέψεως.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι δυνατόν νά παραμείνῃ εἰς τό περιθώριον τῆς συζητήσεως τόσον σπουδαίων ἀνθρωπολογικῶν, ἠθικῶν καί ὑπαρξιακῶν ζητημάτων. Στηρίζεται εἰς θεοδίδακτα κριτήρια, ἀναδεικνύουσα τήν ἐπικαιρότητα τῆς ὀρθοδόξου ἀνθρωπολογίας ἀπέναντι εἰς τήν σύγχρονον ἀνατροπήν τῶν ἀξιῶν.Ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν δύναται καί ὀφείλει νά ἐκφράσῃ ἐν τῷ κόσμῳ τήν προφητικήν αὐτῆς συνείδησιν ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ Ἐνανθρωπήσει προσέλαβεν ὅλον τόν ἄνθρωπον καί εἶναι τό ἀπόλυτον πρότυπον τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Προβάλλει τήν ἱερότητα τῆς ζωῆς καί τόν χαρακτῆρα τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς τῆς συλλήψεως. Τό δικαίωμα εἰς τήν γέννησιν εἶναι τό πρῶτον μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεανθρωπίνη κοινωνία, εἰς τήν ὁποίαν ἕκαστος ἄνθρωπος ἀποτελεῖ μοναδικήν ὀντότητα, προωρισμένην εἰς προσωπικήν κοινωνίαν μετά τοῦ Θεοῦ, ἀντιστέκεται εἰς πᾶσαν προσπάθειαν ἀντικειμενοποιήσεως τοῦ ἀνθρώπου, μετατροπῆς του εἰς μετρήσιμον μέγεθος. Οὐδέν ἐπιστημονικόν ἐπίτευγμα ἐπιτρέπεται νά θίγῃ τήν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου καί τόν θεῖον προορισμόν αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δέν προσδιορίζεται μόνον ἀπό τά γονίδιά του.
Ἐπί τῆς βάσεως αὐτῆς θεμελιοῦται ἡ Βιοηθική ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου. Εἰς μίαν ἐποχήν ἀλληλοσυγκρουομένων εἰκόνων περί τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὀρθόδοξος Βιοηθική προβάλλει, ἀπέναντι εἰς θύραθεν αὐτονόμους καί συρρικνωτικάς ἀνθρωπολογικάς θεωρήσεις, τήν κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργίαν τοῦ ἀνθρώπου καί τόν αἰώνιον προορισμόν αὐτοῦ. Συμβάλλει οὕτως εἰς τόν ἐμπλουτισμόν τῆς φιλοσοφικῆς καί ἐπιστημονικῆς συζητήσεως τῶν βιοηθικῶν θεμάτων διά τῆς βιβλικῆς ἀνθρωπολογίας καί τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τῆς Ὀρθοδοξίας.
13. Εἰς μίαν παγκόσμιον κοινωνίαν, προσανατολισμένην εἰς τό «ἔχειν» καί τόν ἀτομοκεντρισμόν, ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία προβάλλει τήν ἀλήθειαν τῆς ἐν Χριστῷ καί τῆς κατά Χριστόν ζωῆς, τήν ἐλευθέρως σαρκουμένην εἰς τήν καθημερινήν ζωήν ἑκάστου ἀνθρώπου διά τῶν ἔργων αὐτοῦ «ἕως ἑσπέρας» (Ψαλμ. ργ’, 23), διά τῶν ὁποίων οὗτος καθίσταται συνεργός τοῦ αἰωνίου Πατρός – «Θεοῦ ἐσμεν συνεργοί» (Α’ Κορ. γ‘, 9) – καί τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, «ὁ Πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται κἀγώ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. ε´, 17). Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἁγιάζει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τά ἔργα τῶν χειρῶν τοῦ συνεργοῦντος τῷ Θεῷ ἀνθρώπου, ἀναδεικνύοντας τήν ἐν αὐτοῖς κατάφασιν τῆς ζωῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης κοινωνίας. Ἐντός αὐτοῦ τοῦ πλαισίου τοποθετεῖται καί ἡ χριστιανική ἄσκησις, διαφέρουσα ριζικῶς ἀπό κάθε δυϊστικόν ἀσκητισμόν, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτει τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν ζωήν καί ἀπό τόν συνάνθρωπον. Ἡ χριστιανική ἄσκησις καί ἡ ἐγκράτεια, αἱ ὁποῖαι συνδέουν τόν ἄνθρωπον μέ τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, δέν ἀφοροῦν μόνον εἰς τόν μοναχικόν βίον, ἀλλά εἶναι χαρακτηριστικόν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις αὐτῆς, ἁπτή μαρτυρία τῆς παρουσίας τοῦ ἐσχατολογικοῦ πνεύματος εἰς τήν εὐλογημένην βιοτήν τῶν πιστῶν.
14. Αἱ ρίζαι τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως εἶναι πνευματικαί καί ἠθικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.
VI. Ἡ Ἐκκλησία ἐνώπιον τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἀκραίων φαινομένων βίας και τῆς μεταναστεύσεως
15. Ἡ σύγχρονος ἰδεολογία τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀθορύβως καί ἐξαπλοῦται ραγδαίως, προκαλεῖ ἤδη ἰσχυρούς κλυδωνισμούς εἰς τήν οἰκονομίαν καί τήν κοινωνίαν εἰς παγκόσμιον κλίμακα. Ἡ ἐπιβολή της ἔχει δημιουργήσει νέας μορφάς συστηματικῆς ἐκμεταλλεύσεως καί κοινωνικῆς ἀδικίας, ἔχει σχεδιάσει τήν σταδιακήν ἐξουδετέρωσιν τῶν ἐμποδίων τῶν ἀντιτιθεμένων ἐθνικῶν, θρησκευτικῶν, ἰδεολογικῶν ἤ ἄλλων παραδόσεων καί ἔχει ἤδη ὁδηγήσει εἰς τήν ἀποδυνάμωσιν ἤ καί εἰς τήν τελικήν ἀποδόμησιν τῶν κοινωνικῶν κατακτήσεων, ὑπό τό πρόσχημα μάλιστα τῆς δῆθεν ἀναγκαίας ἀνασυγκροτήσεως τῆς παγκοσμίου οἰκονομίας, διευρύνουσα οὕτω τό χάσμα μεταξύ πλουσίων καί πτωχῶν, δυναμιτίζουσα τήν κοινωνικήν συνοχήν τῶν λαῶν καί ἀναρριπίζουσα νέας ἑστίας παγκοσμίων ἐντάσεων.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τῆς ἰσοπεδωτικῆς καί ἀπροσώπου ὁμογενοποιήσεως, τήν ὁποίαν προωθεῖ ἡ παγκοσμιοποίησις, ἀλλά καί τῶν ἀκροτήτων τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, εἰσηγεῖται τήν προστασίαν τῆς ταυτότητος τῶν λαῶν καί τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἐντοπιότητος. Ὡς ἐναλλακτικόν ὑπόδειγμα διά τήν ἑνότητα τῆς ἀνθρωπότητος προβάλλει τήν ἀρθρωτήν ὀργάνωσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπί τῇ βάσει τῆς ἰσοτιμίας τῶν κατά τόπους Ἐκκλησιῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἀντιτίθεται εἰς τήν προκλητικήν ἀπειλήν διά τόν σύγχρονον ἄνθρωπον καί τάς πολιτιστικάς παραδόσεις τῶν λαῶν, τήν ὁποίαν ἐμπερικλείει ἡ παγκοσμιοποίησις καί ἡ ἀρχή τῆς «ἰδιονομίας τῆς οἰκονομίας» ἤ τοῦ οἰκονομισμοῦ, ἡ αὐτονόμησις δηλαδή τῆς οἰκονομίας ἀπό τάς ζωτικάς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ μετατροπή της εἰς αὐτοσκοπόν, προτείνει δέ μίαν βιώσιμον οἰκονομίαν, τεθεμελιωμένην εἰς τάς ἀρχάς τοῦ Εὐαγγελίου. Οὕτω, μέ πυξίδα τόν Κυριακόν λόγον «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Λουκ. δ’, 4), ἡ Ἐκκλησία δέν συνδέει τήν πρόοδον τοῦ ἀνθρωπίνου γένους μέ μόνην τήν ἄνοδον τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ἤ μέ τήν οἰκονομικήν ἀνάπτυξιν εἰς βάρος τῶν πνευματικῶν ἀξιῶν.
16. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναμιγνύεται εἰς τήν πολιτικήν, ἐν τῇ στενῇ σημασίᾳ τοῦ ὅρου, ἀλλ’ ὅμως ἡ μαρτυρία αὐτῆς εἶναι οὐσιαστικῶς πολιτική, ὡς μέριμνα διά τόν ἄνθρωπον καί τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν του. Ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς τό διηνεκὲς μία ὀφειλετική παρέμβασις ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου εἰς τό νέον πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ’, 21). Ἡ συναλληλία αὕτη δέον ὅπως διασώζῃ τήν ἰδιοπροσωπίαν Ἐκκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζῃ τήν εἰλικρινῆ συνεργασίαν αὐτῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς προστασίας τῆς μοναδικῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν ἐντεῦθεν ἀπορρεόντων δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡς καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης.
Τά δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου εὑρίσκονται σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντησις εἰς τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί ἀνατροπάς καί διά τήν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἡ προσέγγισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπικεντρώνεται εἰς τόν κίνδυνον ἐκπτώσεως τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος εἰς ἀτομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη ἐκτροπή λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ κοινοτικοῦ περιεχομένου τῆς ἐλευθερίας, ὁδηγεῖ εἰς τήν αὐθαίρετον μετατροπήν τῶν δικαιωμάτων εἰς εὐδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί εἰς τήν ἀναγωγήν τῆς ἐπισφαλοῦς ταυτίσεως τῆς ἐλευθερίας μέ τήν ἀσυδοσίαν τοῦ ἀτόμου εἰς «οἰκουμενικήν ἀξίαν», ἡ ὁποία ὑποσκάπτει τά θεμέλια τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν, τῆς οἰκογενείας, τῆς θρησκείας, τοῦ ἔθνους καί ἀπειλεῖ θεμελιώδεις ἠθικάς ἀξίας.
Ἡ ὀρθόδοξος λοιπόν κατανόησις τοῦ ἀνθρώπου ἀντιτίθεται τόσον εἰς τήν ἀλαζονικήν ἀποθέωσιν τοῦ ἀτόμου καί τῶν δικαιωμάτων του, ὅσον καί εἰς τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἰς τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οἰκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί ἐπικοινωνιακάς δομάς. Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀνεξάντλητος πηγή ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον. Οὐδείς ἐτίμησε τόν ἄνθρωπον καί ἐμερίμνησε δι’ αὐτόν τόσον, ὅσον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του. Θεμελιῶδες ἀνθρώπινον δικαίωμα εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό πάσας τάς προοπτικάς αὐτῆς, ἤτοι τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος ἑκάστου πιστοῦ νά τελῇ ἀκωλύτως ἀπό οἱανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τῆς ἐλευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τῆς θρησκείας καί τῶν προϋποθέσεων λειτουργίας τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων.
17. Βιοῦμεν σήμερον ἔξαρσιν νοσηρῶν φαινομένων βίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ εἰς τούς κόλπους τῶν θρησκειῶν κινδυνεύουν νά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ φονταμενταλισμός ἀνήκει εἰς τήν οὐσίαν τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι ὁ φονταμενταλισμός, ὡς «ζῆλος οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ἀποτελεῖ ἔκφρασιν νοσηρᾶς θρησκευτικότητος. Ὁ ἀληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον αὐτόν εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ ὁποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμοῦ. Ὁ εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται διά νά καταστήσῃ αἰσθητοτέραν τήν «ἄνωθεν εἰρήνην» ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἀληθινή εἰρήνη δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τῶν ὅπλων, ἀλλά μόνον διά μέσου τῆς ἀγάπης, ἥτις «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό ἔλαιον τῆς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιῆται διά νά ἁπαλύνῃ καί νά θεραπεύῃ τάς παλαιάς πληγάς τῶν ἄλλων καί ὄχι νά ἀναρριπίζῃ νέας ἑστίας μίσους.
18. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία παρακολουθεῖ μέ πόνον καί προσευχήν καί καταγράφει τήν μεγάλην σύγχρονον ἀνθρωπιστικήν κρίσιν, τήν ἐπέκτασιν τῆς βίας καί τῶν ἐνόπλων συρράξεων, τόν διωγμόν, τήν ἐκδίωξιν καί τάς δολοφονίας μελῶν θρησκευτικῶν μειονοτήτων, τήν βιαίαν ἀπομάκρυνσιν οἰκογενειῶν ἀπό τάς ἑστίας των, τήν τραγωδίαν τῆς ἐμπορίας ἀνθρώπων, τήν παραβίασιν τῶν βασικῶν δικαιωμάτων ἀτόμων καί λαῶν καί τόν ἐξαναγκασμόν εἰς ἀλλαγήν πίστεως. Καταδικάζει ἀπεριφράστως τάς ἀπαγωγάς, τά βασανιστήρια, τάς εἰδεχθεῖς ἐκτελέσεις. Καταγγέλλει τήν καταστροφήν ναῶν, θρησκευτικῶν συμβόλων καί μνημείων πολιτισμοῦ.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνησυχεῖ ἰδιαιτέρως διά τήν κατάστασιν τῶν χριστιανῶν καί τῶν ἄλλων διωκομένων ἐθνικῶν καί θρησκευτικῶν μειονοτήτων τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Εἰδικώτερον, ἀπευθύνει ἔκκλησιν πρός τάς κυβερνήσεις ἐν τῇ περιοχῇ, νά προστατεύσουν τούς χριστιανικούς πληθυσμούς, τούς Ὀρθοδόξους, τούς Ἀρχαίους Ἀνατολικούς καί τούς λοιπούς χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐπεβίωσαν εἰς τό λίκνον τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ γηγενεῖς χριστιανικοί καί οἱ ἄλλοι πληθυσμοί ἔχουν ἀπαράγραπτον δικαίωμα νά παραμείνουν εἰς τάς χώρας αὐτῶν ὡς πολῖται μέ ἴσα δικαιώματα.
Προτρέπομεν λοιπόν ὅλους τούς ἐμπλεκομένους, ἀνεξαρτήτως θρησκευτικῶν πεποιθήσεων, νά ἐργάζωνται διά τήν καταλλαγήν καί διά τόν σεβασμόν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, πρωτίστως δέ διά τήν προστασίαν τοῦ θείου δώρου τῆς ζωῆς. Πρέπει ὁ πόλεμος καί ἡ αἱματοχυσία νά τερματισθοῦν, νά ἐπικρατήσῃ ἡ δικαιοσύνη, ὥστε νά ἐπανέλθῃ ἡ εἰρήνη καί νά καταστῇ ἐφικτή ἡ ἐπιστροφή τῶν ἐκδιωχθέντων εἰς τάς πατρογονικάς αὐτῶν ἑστίας. Προσευχόμεθα διά τήν εἰρήνην καί τήν δικαιοσύνην εἰς τάς δοκιμαζομένας χώρας τῆς Ἀφρικῆς, ὡς καί εἰς τήν χειμαζομένην Οὐκρανίαν. Ἐπαναλαμβάνομεν ἐν Συνόδῳ μετ’ ἐμφάσεως τήν ἔκκλησιν πρός τούς ὑπευθύνους, νά ἀπελευθερώσουν τούς δύο ἀπαχθέντας ἀρχιερεῖς εἰς τήν Συρίαν, Παῦλον Yazigi καί Ἰωάννην İbrahim. Προσεπευχόμεθα διά τήν ἀπελευθέρωσιν πάντων τῶν ἐν ὁμηρίᾳ καί αἰχμαλωσίᾳ συνανθρώπων μας.
19. Τό σύγχρονον καί συνεχῶς ἐντεινόμενον προσφυγικόν καί μεταναστευτικόν πρόβλημα, ὀφειλόμενον εἰς πολιτικούς, οἰκονομικούς καί κλιματολογικούς λόγους, εὑρίσκεται εἰς τό κέντρον τοῦ παγκοσμίου ἐνδιαφέροντος. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀντιμετώπισε πάντοτε καί ἀντιμετωπίζει συνεχῶς τούς δεδιωγμένους, τούς ἐν κινδύνῳ καί ἐν ἀνάγκαις, ἐπί τῇ βάσει τῶν λόγων τοῦ Κυρίου «ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός, καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε’, 35-36) καί «ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε’, 40). Καθ’ ὅλην τήν ἱστορικήν αὐτῆς πορείαν ἡ Ἐκκλησία εὑρίσκετο εἰς τό πλευρόν τῶν «κοπιώντων καί πεφορτισμένων» (Ματθ. ια’, 28). Ἀείποτε ἡ ἐκκλησιαστική φιλανθρωπία δέν περιωρίζετο ἁπλῶς εἰς τήν περιστασιακήν ἀγαθοεργίαν πρός τόν ἐνδεῆ καί τόν πάσχοντα, ἀλλά ἀπέβλεπε καί εἰς τήν ἀπάλειψιν τῶν αἰτίων, τά ὁποῖα δημιουργοῦν τά κοινωνικά προβλήματα. Τό «ἔργον διακονίας» τῆς Ἐκκλησίας (Ἐφεσ. δ’, 12) ἀναγνωρίζεται ὑπό πάντων.
Ἀπευθύνομεν λοιπόν ἔκκλησιν πρωτίστως πρός τούς δυναμένους νά ἄρουν τάς αἰτίας τῆς δημιουργίας τῆς προσφυγικῆς κρίσεως νά λάβουν τάς δεούσας θετικάς ἀποφάσεις. Καλοῦμεν τάς πολιτικάς ἀρχάς, τούς Ὀρθοδόξους πιστούς καί τούς λοιπούς πολίτας τῶν χωρῶν, εἰς τάς ὁποίας κατέφυγον καί συνεχίζουν νά καταφεύγουν οἱ πρόσφυγες, νά παράσχουν εἰς αὐτούς πᾶσαν δυνατήν βοήθειαν, ἀκόμη καί ἐκ τοῦ ἰδίου ὑστερήματος.
VII. Ἡ Ἐκκλησία: μαρτυρία ἐν διαλόγῳ
20. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει εὐαισθησίαν ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μετ’ αὐτῆς κοινωνίαν καί ἐνδιαφέρεται δι’ ὅσους δέν κατανοοῦν τήν φωνήν της. Ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς ὅτι ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, μετατρέπει εἰς συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οἰκονομίαν δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῆς μέσων, διά τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ  ἀκριβείᾳ τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό τῆς κατανοήσεως τοῦ χρέους μαρτυρίας καί προσφορᾶς, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀνέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν εἰς τόν διάλογον, ἰδιαιτέρως δέ εἰς ἐκεῖνον μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τῆς παραδόσεως αὐτῆς. Ἐπίσης γνωρίζει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν ἤ τήν ἀμφισβήτησιν τῆς δογματικῆς παραδόσεως καί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἤθους της. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι ἐλειτούργησαν ὡς εὐκαιρία διά τήν Ὀρθοδοξίαν, διά νά ἀναδείξῃ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων καί διά νά δώσῃ τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς γνησίας παραδόσεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οὐδέποτε ἐσήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οἱονδήποτε συμβιβασμόν εἰς ζητήματα πίστεως. Οἱ διάλογοι αὐτοί εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑδραζομένη ἐπί τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος «Ἔρχου καί ἴδε» (Ἰωάν. α’, 46), ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α’ Ἰωάν. δ’, 8).
***
Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιοῖ τό ὅλον μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν αὐτῆς, μέ ἐπίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσφέρει εἰς ἡμᾶς οὐχί τροφήν ἐπίκηρον καί φθαρτήν, ἀλλ’ αὐτό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σῶμα, «τόν οὐράνιον Ἄρτον», «ὅς ἐστί φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός Ἐφεσίους, Κ’. PG 5, 756). Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ τόν ἐσώτατον πυρῆνα καί τῆς συνοδικῆς λειτουργίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, καθώς καί τήν αὐθεντικήν βεβαίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διακηρύττει καί ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος: «Ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη (= διδασκαλία) τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» (Κατά αἱρέσεωνΔ’, 18. PG 7, 1028).
Εὐαγγελιζόμενοι, λοιπόν, κατά τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου ὅλον τόν κόσμον καί «κηρύττοντες ἐπί τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καί ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τά ἔθνη» (Λουκ. κβ’, 47), ἔχομεν χρέος νά παραθέτωμεν ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ καί νά ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁμολογοῦντες ἐν ὁμονοίᾳ «Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον». Ταῦτα ἀπευθύνοντες ἐν Συνόδῳ πρός τά ἀνά τόν κόσμον τέκνα τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καί πρός τήν οἰκουμένην πᾶσαν, ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι καί τοῖς συνοδικοῖς θεσπίσμασι πρός διαφύλαξιν τῆς πατροπαραδότου πίστεως καί πρός «ἀνάληψιν χρηστοηθείας» εἰς τήν καθ’ ἡμέραν ζωήν ἡμῶν, ἐπ’ ἐλπίδι τῆς «κοινῆς ἀναστάσεως», δοξολογοῦμεν τήν τρισυπόστατον Θεότητα ᾄσμασιν ἐνθέοις:
«Πάτερ Παντοκράτορ καί Λόγε καί Πνεῦμα, τρισίν ἑνιζομένη ἐν ὑποστάσεσι φύσις. Ὑπερούσιε καί Ὑπέρθεε, εἰς σέ βεβαπτίσμεθα καί σέ εὐλογοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (Κανών τοῦ Πάσχα, ᾠδή Η’).
† ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος, Πρόεδρος
† ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόδωρος
† ὁ Ἱεροσολύμων Θεόφιλος
† ὁ Σερβίας Εἰρηναῖος
† ὁ Ρουμανίας Δανιήλ
† ὁ Νέας Ἰουστινιανῆς καί πάσης Κύπρου Χρυσόστομος
† ὁ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Ἱερώνυμος
† ὁ Βαρσοβίας καί πάσης Πολωνίας Σάββας
† ὁ Τιράνων καί πάσης Ἀλβανίας Ἀναστάσιος
† ὁ Πρέσοβ καί πάσης Τσεχίας καί Σλοβακίας Ραστισλάβ

Πηγή: 

Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον υπόλοιπον Χριστιανικόν κόσμον - Επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου


ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ
  1. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου.
  2. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεμελιοῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ὑπό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἐπί τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι καί τοῖς μυστηρίοις. Ἡ ἑνότης αὕτη ἐκφράζεται διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί βιοῦται μέχρι σήμερον ἐν αὐτῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀποστολήν καί ὑποχρέωσιν ἵνα μεταδίδῃ καί κηρύττῃ πᾶσαν τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καί τῇ Ἱερᾷ Παραδόσει ἀλήθειαν, ἥτις καί προσδίδει τῇ Ἐκκλησίᾳ τόν καθολικόν αὐτῆς χαρακτῆρα.

Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού - Το επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

TO ΑΥΤΟΝΟΝΟΝ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΞΕΩΣ ΑΥΤΟΥ
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἠσχολήθη περί τό θέμα «Τό Αὐτόνομον καί ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ». Οὕτω, συνεζήτησε τά ὑπό τῆς E’ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ, 10-17 Ὀκτώβριος 2015) παραπεμφθέντα αὐτῇ σχετικά κείμενα, ἐγκρίνασα αὐτά μετά τινων μικρῶν τροπολογιῶν, ὡς ἀκολούθως.
Τά ἀπασχολήσαντα τήν Σύνοδον θέματα τοῦ κειμένου ἀνεφέρονται: α) εἰς τήν ἔννοιαν, τό περιεχόμενον καί τά ποικίλα σχήματα τοῦ θεσμοῦ τοῦ Αὐτονόμου, β) εἰς τάς προϋποθέσεις τοπικῆς τινος Ἐκκλησίας διά νά ζητήσῃ τήν Αὐτονομίαν αὐτῆς ἐκ τῆς εἰς ἥν ὑπάγεται Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, γ) εἰς τήν ἀποκλειστικήν ἁρμοδιότητα τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας νά κινήσῃ καί νά ὁλοκληρώσῃ τήν διαδικασίαν ἀποδόσεως τῆς Αὐτονομίας εἰς τμῆμα τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς, Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν μή ἱδρυομένων εἰς τόν γεωγραφικόν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, καί δ) εἰς τάς συνεπείας τῆς ἐκκλησιαστικῆς αὐτῆς πράξεως διά τάς σχέσεις τῆς ἀνακηρυχθείσης Αὐτονόμου Ἐκκλησίας τόσον πρός τήν εἰς ἥν ἀναφέρεται Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, ὅσον καί πρός τάς ἄλλας Aὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας.

Η Ορθόδοξος διασπορά - Επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑ
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἠσχολήθη περί τό θέμα τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς. Οὕτω, συνεζήτησε τά ὑπό τῆς Δ’ Προσυνοδικῆς Πανορθόδοξου Διασκέψεως (Σαμπεζύ, 2009) καί ὑπό τῆς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν (21-28 Ἰαν. 2016) παραπεμφθέντα αὐτῇ σχετικά κείμενα περί τῆς ρθοδόξου Διασπορς καί περί τοῦ Κανονισμοῦ Λειτουργίας τν πισκοπικν Συνελεύσεων ἐν αὐτῇ, ἐγκρίνασα αὐτά μετά τινων μικρῶν τροπολογιῶν, ἔχουν δέ ὡς ἀκολούθως:

Το Μυστήριον του Γάμου και τα κωλύμματα αυτού - Επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟΝ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ

ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ 

I. Ὁ Ὀρθόδοξος Γάμος
  1. Ὁ θεσμός τῆς οἰκογενείας εὑρίσκεται σήμερον ὑπό τήν ἀπειλήν τῆς ἐκκοσμικεύσεως ὡς ἐπίσης καί τοῦ ἠθικοῦ σχετικισμοῦ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διδάσκει τήν ἱερότητα τοῦ γάμου ὡς μίαν θεμελιώδη καί ἀδιαμφισβήτητον διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν ἐλευθερίᾳ ἕνωσις μεταξύ ἀνδρός καί γυναικός εἶναι μία ἀπαραίτητος προϋπόθεσις.

Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω - Το επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου




H AΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΕΙΣ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟΝ ΚΟΣΜΟΝ
Ἡ συμβολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς ἐπικράτησιν τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης,τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καί τῆς ἀγάπης μεταξύ τῶν λαῶν, καί ἄρσιν τῶν φυλετικῶν καί λοιπῶν διακρίσεων.
«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱόν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλυται, ἀλλ’ ἔχει ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ’, 16). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ζῇ «ἐν τῷ κόσμῳ», ἀλλά δέν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. ιζ’, 11 καί 14-15). Ὁ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, β’, PG 52, 429) εἶναι ἡ ζῶσα «παρουσία», τό σημεῖον καί ἡ εἰκών τῆς Βασιλείας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, εὐαγγελιζομένη «καινὴν κτίσιν» (Β’ Κορ. ε’, 17), «καινούς οὐρανούς καὶ γῆν καινήν... ἐν οἷς δικαιοσύνη κατοικεῖ» (Β’ Πέτρ. γ’, 13). Ἕνα κόσμον, εἰς τόν ὁποῖον ὁ Θεός «ξαλείψει πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν (τῶν ἀνθρώπων), καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος οὔτε κραυγή οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. κα’, 4-5).

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ.κ. Αναστασίου κατά την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας


Το βίντεο με την εισηγητική ομιλία του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κατά την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Στη συνέχεια ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας του.

Έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας


Βίντεο με την έναρξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων στις 21 Ιουνίου 2016. Στη συνέχεια ακολουθεί η ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου καθώς και των Προκαθημένων των Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Ορθόδοξων Εκκλησιών. 




Ευθύς αμέσως ακολουθεί το κείμενο της εισηγητικής ομιλίας της Α.Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου κατά την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.


«Γλῶσσαι ποτὲ συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας˙ γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησαν, διὰ τὴν δόξαν τῆς Θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι˙ ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν˙ ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
(Δοξαστικὸν ἀποστίχων ἑσπερινοῦ Πεντηκοστῆς)
Μακαριώτατοι, Ἱερώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι ἀδελφοί, οἱ συγκροτοῦντες τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην ταύτην Σύνοδον τῆς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, καὶ πάντες οἱ παρόντες ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἐναρκτήριον ταύτην συνεδρίαν αὐτῆς, Ἐξοχώτατε κύριε Ὑπουργέ, Dear Observers, brothers in Christ.
Αἶνον καὶ δοξολογίαν ἀναπέμπομεν τῷ ἐν Τριάδι τρισαγίῳ Θεῷ ἡμῶν, τῷ καταξιώσαντι ἡμᾶς συνελθεῖν ἐνταῦθα ἐπὶ τὸ αὐτὸ κατὰ τὰς ἁγίας ταύτας ἡμέρας τῆς Πεντηκοστῆς, πρὸς ἐπιτέλεσιν ἔργου μεγάλου καὶ ἱεροῦ, ἁπτομένου αὐτῆς ταύτης τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ: «ἐκκλησία γὰρ συστήματος καὶ συνόδου ἐστὶν ὄνομα», κατὰ τὸν χρυσορρήμονα Πατέρα (Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τὸν 149ον Ψαλμόν, Ι).
Ὄντως, ἀδελφοί, ὁ συνοδικὸς θεσμός, τὸν ὁποῖον σήμερον καλούμεθα νὰ ὑπουργήσωμεν εἰς τὴν ὑψίστην αὐτοῦ μορφήν, ἔχει τὰς ρίζας του εἰς τὰ βάθη τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς κανονικῆς παραδόσεως, τὴν ὁποίαν παρελάβομεν καὶ τηροῦμεν, ἀλλὰ περὶ θεμελιώδους θεολογικῆς καὶ δογματικῆς ἀληθείας, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐκ ἔστι σωτηρία. Ὁμολογοῦντες τὴν πίστιν ἡμῶν ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ εἰς Μίαν, Ἁγίαν, Καθολικὴν καὶ Ἀποστολικὴν Ἐκκλησίαν, διακηρύττομεν συγχρόνως καὶ τὴν συνοδικότητα αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐνσαρκώνει ἐν τῇ ἱστορίᾳ πάσας τὰς ἰδιότητας ταύτας τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας, ἤτοι τὴν ἑνότητα, τὴν ἁγιότητα, τὴν καθολικότητα καὶ τὴν ἀποστολικότητα αὐτῆς. Ἄνευ τῆς συνοδικότητος, ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας διασπᾶται, ἡ ἁγιότης τῶν μελῶν της καθίσταται ἁπλῆ ἀτομικὴ ἠθικὴ καὶ ἀρετολογία, ἡ καθολικότης θυσιάζεται εἰς ἐπὶ μέρους ἀτομικά, ὁμαδικά, ἐθνικὰ καὶ λοιπὰ κατὰ κόσμον συμφέροντα καὶ ἐπιδιώξεις, καὶ τὸ ἀποστολικὸν κήρυγμα γίνεται ἕρμαιον τῶν διαφόρων αἱρέσεων καὶ πλανῶν τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας.
Δὲν εἶναι, συνεπῶς, τυχαῖον καὶ ἄνευ σημασίας τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ συνοδικότης διατρέχει ἀνέκαθεν πάσας τὰς θεμελιώδεις πτυχὰς τῆς ζωὴς τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τῆς κατὰ τόπον, μέχρι τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην ἐκφάνσεώς της. Ἤδη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐν τῇ Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολῇ του (κεφ. 11) ταυτίζει τὴν Ἐκκλησίαν πρὸς τὸ «συνέρχεσθαι ἐπὶ τὸ αὐτὸ» πρὸς τέλεσιν τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, εἶναι συγχρόνως καὶ «κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Β΄ Κορ. ιγ΄ 13), «τὸ πλήρωμα τοῦ τὰ πάντα ἐν πᾶσι πληρουμένου» (Ἐφεσ. α΄ 23). Οὐδεὶς σώζεται ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ μόνον ὡς μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἐν συνδέσμῳ ὀργανικῷ καὶ κοινωνίᾳ μετὰ τῶν ἄλλων. Ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης θεμελιοῦται ἡ συνοδικότης τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι εἰς τὴν φύσιν της «συνοδική», διότι εἶναι «Σῶμα Χριστοῦ» καὶ «κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», τὸ ὁποῖον «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας»,  ὅπως ψάλλομεν κατὰ τὴν μεγάλην ἑορτὴν τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἔχουσα βαθεῖαν συνείδησιν τῆς θεολογικῆς ταύτης ἀληθείας, ἡ Ἐκκλησία ἀπ᾿ ἀρχῆς ἐφήρμοσε τὸν συνοδικὸν θεσμὸν ὡς μέσον ἀναζητήσεως καὶ διατυπώσεως τῆς ἀληθείας, ὁσάκις ἠγείροντο ἀμφισβητήσεις καὶ ἀμφιβολίαι, ἀπειλοῦσαι τὴν ἑνότητα αὐτῆς. Ἤδη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν Ἀποστόλων, ἡ ἀπειλήσασα σοβαρῶς τὴν ἑνότητα τῆς πρώτης Ἐκκλησίας διένεξις ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἀποδοχῆς εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τῶν ἐξ ἐθνικῶν προερχομένων χριστιανῶν, ἀντιμετωπίσθη διὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς πληροφορεῖ ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς εἰς τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Εἶναι ἀξιοσημείωτον, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ταύτης ἐθεωρήθησαν ἀπ᾿ ἀρχῆς ὡς θεόπνευστοι, φέρουσαι τὴν σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «ἔδοξε γὰρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. ιε΄ 28). Διὸ  καὶ κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ αἱ ἀποφάσεις αὗται διὰ πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅσοι δὲ ἠρνήθησαν τὴν ἀποδοχήν των, ὡς ἡ μερὶς τῶν ἰουδαϊζόντων, παρέμειναν ἐκτὸς αὐτῆς, διὰ νὰ παραδοθοῦν τελικῶς εἰς τὴν ἀφάνειαν, μετεξελισσόμενοι εἰς διαφόρους αἱρετικὰς ὁμάδας.
Ἀκολουθοῦσα τὸ πρότυπον τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου καὶ ἐμπνεομένη ἀπὸ τὴν συνείδησιν ὅτι ἀποτελεῖ Σῶμα Χριστοῦ καὶ κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία κατέστησε τὸν συνοδικὸν θεσμὸν ὕψιστον καὶ τελικὸν κριτὴν τῆς ζωῆς αὐτῆς, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἀμφισβητήσεων καὶ διενέξεων, ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ τοῦ τρόπου διοικήσεως αὐτῆς ἐπὶ μονίμου βάσεως. Οὕτω, καθιερώθησαν ὑπὸ τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τακτικαὶ σύνοδοι δὶς τοῦ ἔτους (καν. 5), πρὸς διευθέτησιν διαφορῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, τῶν Ἐπισκόπων καὶ λοιπῶν κληρικῶν, διὰ σειρᾶς δὲ τοπικῶν συνόδων καθωρίσθη ὁ τρόπος διοικήσεως τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς διατυπώσεως ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν Ἱερῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀποτελοῦν ἔκτοτε τὸ δίκαιον τῆς Ἐκκλησίας. Ἔκτοτε, τόσον ἐπὶ θεμάτων διοικήσεως, ὅσον καὶ ἐπὶ ζητημάτων πίστεως, μόνον συνοδικαὶ ἀποφάσεις διαθέτουν κῦρος καὶ αὐθεντίαν διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, οὐχὶ δὲ θέσεις καὶ γνῶμαι ἀτόμων ἢ ὁμάδων οἱασδήποτε φύσεως.
Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς κατέστη ὄχι μόνον ὁ ὕψιστος κριτὴς ἐν τῷ βίῳ καὶ τῇ πίστει τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὁ ὀρατὸς σύνδεσμος τῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, τόσον ἐπὶ περιφερειακοῦ, ὅσον καὶ ἐπὶ παγκοσμίου ἐπιπέδου. Τὸ ἀναπτυχθὲν ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἐκκλησίᾳ Μητροπολιτικὸν καὶ Πατριαρχικὸν σύστημα, ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς συνοδικότητος, ὡς καθώριζεν αὐτὴν ὁ 34ος Ἀποστολικὸς Κανὼν, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ἢ εὐρυτέρα γεωγραφικῇ περιοχῇ, ἅπαντες οἱ Ἐπίσκοποι δέον νὰ ἀποφασίζουν πάντοτε ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ «πρώτου» μεταξὺ αὐτῶν, ἡγούμενοι τοῦτον ὡς «κεφαλὴν» αὐτῶν, ἐνῷ καὶ οὗτος δέον πάντοτε νὰ ἀποφασίζῃ καὶ ἐνεργῇ ἐν συμφωνίᾳ μετ᾿ αὐτῶν. Ὁ χρυσοῦς οὗτος κανὼν τῆς συνοδικότητος καθορίζει ἔκτοτε καὶ τὴν περὶ πρωτείου ἀντίληψιν τῆς ἡμετέρας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν καὶ προβάλλει αὕτη ὡς πρότυπον δι᾿ ὅλας τὰς χριστιανικὰς ἐκκλησίας καὶ ὁμολογίας.
Ἀλλ᾿ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὸ τοπικὸν καὶ περιφερειακὸν ἐπίπεδον. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἓν σῶμα ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, ἡνωμένον ἐν τῇ αὐτῇ πίστει καὶ τῇ αὐτῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καὶ μυστηριακῇ ζωῇ, διὸ καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς συνοδικότητος καὶ ἐπὶ τοῦ παγκοσμίου ἐπιπέδου. Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐξέφραζον καὶ ἱκανοποίουν αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, αἱ ὁποῖαι καὶ συνεκαλοῦντο, ὁσάκις ἦτο ἀνάγκη νὰ διασφαλισθῇ ἡ ἑνότης ὅλων τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν καὶ ἐπὶ παγκοσμίου ἐπιπέδου, τόσον εἰς θέματα πίστεως, ὅσον καὶ εἰς ζητήματα διοικήσεως καὶ ποιμαντικῆς μερίμνης. Αἱ Σύνοδοι αὗται, ἐκπροσωποῦσαι πάσας τὰς κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησίας, καὶ γενόμεναι ἀποδεκταὶ ὑπ᾿ αὐτῶν, ἀπετέλουν καὶ ἀποτελοῦν τὴν ὑψίστην ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ αὐθεντίαν, διασφαλίζουσαι οὕτω τὴν ἑνότητα αὐτῆς.
Ἡ ἐπὶ παγκοσμίου ἐπιπέδου ἑνότης αὕτη τῆς Ἐκκλησίας διεσαλεύθη, ὡς μὴ ὤφελε, διὰ τῆς διακοπῆς τὸν 11ον μ.Χ. αἰῶνα τῆς εὐχαριστιακῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας Ρώμης μετὰ τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ἀρχικῶς, καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλων τῶν λοιπῶν Πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς, ἥτις διακοπή, ἐκτὸς τῶν ἄλλων σοβαρῶν πληγῶν τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ὡδήγησεν εἰς μονομερῆ καὶ ἀνεξάρτητον ἄσκησιν τῆς συνοδικότητος ἐν τῇ Δύσει καὶ τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγιωτάτη Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, παρὰ τὰς δυσχερεῖς ἱστορικὰς συγκυρίας, εἰς τὰς ὁποίας ἔζησε καθ᾿ ὅλην τὴν δευτέραν μ. Χ. χιλιετίαν, παρέμεινε πιστὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνοδικότητος τόσον ἐπὶ τοπικοῦ καὶ περιφερειακοῦ ἐπιπέδου, ὅσον καὶ εὐρύτερον, ὁσάκις τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον. Αἱ κατὰ τὸν ιδ΄ αἰῶνα συνελθοῦσαι ἐν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδοι ὑπὲρ τοῦ Ἡσυχασμοῦ καὶ τῆς θεολογίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, αἱ ἐν τῇ αὐτῇ Πόλει Σύνοδοι τῶν ἐτῶν 1638, 1672, 1691, 1727, 1838, 1872, 1895 κ.ἄ., ἡ ἐν Ἰασίῳ Σύνοδος τοῦ 1642, ὡς καὶ αἱ ἐγκύκλιοι τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τῶν ἐτῶν 1716/25 καὶ 1848, μαρτυροῦν ὅτι, παρὰ τὰς ἐξωτερικὰς δυσκολίας, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἔπαυσε τὴν συνοδικὴν αὐτῆς δρᾶσιν, καὶ ἐπὶ ἐπιπέδου πανορθοδόξου.
Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ κανονικῇ εὐθύνῃ αὐτοῦ ὡς ἐγγυητοῦ τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπρωτοστάτησε καὶ προήδρευσεν εἰς πάσας τὰς ἀνωτέρω μνημονευθείσας συνόδους, προσεπάθησε καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ αἰῶνος νὰ συγκαλέσῃ Πανορθόδοξον Σύνοδον, τῆς ὁποίας ἡ πρώτη Προσυνοδικὴ Διάσκεψις ἐπραγματοποιήθη ἐν Ἁγίῳ Ὄρει κατὰ τὸ ἔτος 1930, ἀλλὰ καὶ πάλιν αἱ γνωσταὶ ἱστορικαὶ συγκυρίαι κατέστησαν τοῦτο ἀδύνατον. Τὴν προσπάθειαν πρὸς τοῦτο ἀνενέωσεν ὁ ἀοίδιμος προκάτοχος ἡμῶν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ὅτε ὑπὸ τῶν ἐν Ρόδῳ Πανορθοδόξων Διασκέψεων τῶν ἐτῶν 1961, 1963 καὶ 1964 ἀπεφασίσθη νὰ συγκληθῇ ἡ παροῦσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, τὴν ὁποίαν, χάριτι Θεοῦ, ἐγκαινιάζομεν σήμερον. Ἡ μακρὰ καθυστέρησις τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Συνόδου ταύτης, ὀφειλομένη καὶ πάλιν ἐν πολλοῖς εἰς ἐπελθούσας ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἱστορικὰς συγκυρίας, κατέστησεν ἔτι μᾶλλον ἀναγκαίαν καὶ ἐπείγουσαν τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς.
Εἰς ὡρισμένων ἀνθρώπων τὴν σκέψιν πλανᾶται τὸ ἐρώτημα -ὑποβαλλόμενον ἐνίοτε καὶ καλλιεργούμενον ὑπό τινων οὐχὶ καλῆς θελήσεως ἀδελφῶν- διατί εἶναι ἀναγκαία ἡ παροῦσα Σύνοδος καὶ εἰς τί ἀποβλέπει. Πρὸς πάντας τούτους ἀπαντῶμεν ἐν ἀγάπῃ:
α) Ὡς προείπομεν ἀνωτέρω, ἡ συνοδικότης ἀποτελεῖ ἔκφανσιν καὶ ἔκφρασιν αὐτοῦ τούτου τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ «συνέρχεσθαι ἐπὶ τὸ αὐτό», συνιστᾶ χαρακτηριστικὸν τῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας. Μόνον ἀνυπέρβλητοι ἱστορικαὶ συγκυρίαι δύνανται νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἀδράνειαν τοῦ συνοδικοῦ θεσμοῦ ἐπὶ οἱουδήποτε ἐπιπέδου, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ παγκοσμίου. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, εὑρεθεῖσα πολλάκις ἐνώπιον τοιούτων συγκυριῶν κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, ἀνέβαλλεν ἐνίοτε ἐπὶ μακρὸν τὴν σύγκλησιν Πανορθοδόξου Συνόδου, ἀλλ᾿ οὐδεμία ἔξωθεν συγκυρία δύναται νὰ δικαιολογήσῃ σήμερον μίαν τοιαύτην ἀναβολήν. Διὸ καὶ θὰ εἴχομεν εὑρεθῆ ὑπόλογος ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἱστορίας ἐὰν ἀνεβάλλομεν περαιτέρω τὴν σύγκλησιν τῆς Συνόδου ταύτης.
β) Τὴν σύγκλησιν τῆς παρούσης Συνόδου ἐπέβαλλον καὶ λόγοι διευθετήσεως ἐσωτερικῶν ζητημάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ταῦτα προέκυψαν κυρίως λόγῳ τοῦ συστήματος κανονικῆς διαρθρώσεως τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἀποτελουμένης ἐκ πολλῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἑκάστη τῶν ὁποίων ρυθμίζει τὰ τοῦ οἴκου αὐτῆς ἐλευθέρως δι᾿ ἰδίων ἀποφάσεων, ὅπερ καθιστᾶ ἐνίοτε δυσχερῆ τὴν «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» μαρτυρίαν τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, καὶ προξενεῖ παρεξηγήσεις καὶ προστριβάς, αἱ ὁποῖαι ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τῆς ἑνότητος αὐτῆς. Τὸ σύστημα τῆς Αὐτοκεφαλίας ἔχει τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἐκκλησίαν, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν πέντε ἀρχαίων Θρόνων, ἤτοι τῆς Ρώμης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Ἀντιοχείας καὶ τῶν Ἱεροσολύμων, τῆς καλουμένης Πενταρχίας, ἡ συμφωνία τῶν ὁποίων ἀπετέλει τὴν ὑπερτάτην μορφὴν ἀναδείξεως τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ἐκφραζομένην διὰ τῶν Συνόδων. Μετὰ τὴν διακοπὴν τῆς κοινωνίας μεταξὺ τοῦ Θρόνου τῆς Παλαιᾶς Ρώμης καὶ τῶν Θρόνων τῆς Ἀνατολῆς, προσετέθησαν ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἕτερα Πατριαρχεῖα καὶ Αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι, ἐπ᾿ ἀναφορᾷ πρὸς ἀναγνώρισιν τοῦ καθεστῶτος αὐτῶν ὑπὸ μελλοντικῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διὰ νὰ προκύψῃ τελικῶς ἡ παροῦσα κανονικὴ διάρθρωσις τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ ἡ τοιαύτη διάρθρωσις εἶναι κανονικῶς καὶ ἐκκλησιολογικῶς ὀρθή, ὁ κίνδυνος μετατροπῆς αὐτῆς εἰς ἓν εἶδος «ὁμοσπονδίας Ἐκκλησιῶν», ἑκάστη τῶν ὁποίων προωθεῖ ἴδια συμφέροντα καὶ ἐπιδιώξεις, οὐχὶ πάντοτε ἀκραιφνῶς ἐκκλησιαστικῆς φύσεως, καθιστᾶ ἀναγκαίαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνοδικότητος. Ἡ ἀτροφία τοῦ Συνοδικοῦ θεσμοῦ ἐπὶ πανορθοδόξου ἐπιπέδου, συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αἰσθήματος αὐταρκείας εἰς τὰς ἐπὶ μέρους Ἐκκλησίας, ὁδηγοῦσα αὐτὰς εἰς τάσεις ἐσωστρεφεῖς καὶ ἐγωϊστικάς, εἰς τὸ «χρείαν σου οὐκ ἔχω», τὸ ὁποῖον ἐπικρίνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γράφων πρὸς τοὺς Κορινθίους (Α΄ Κορ. ιβ΄ 21). Ἐὰν ὁ συνοδικὸς θεσμὸς εἶναι γενικῶς ἀπαραίτητος εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας, τὸ σύστημα τῆς Αὐτοκεφαλίας καθιστᾶ αὐτὸν ἔτι μᾶλλον ἀναγκαῖον, πρὸς διασφάλισιν καὶ ἔκφρασιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς.
γ) Τὴν ἀνάγκην συγκλήσεως τῆς παρούσης Συνόδου ἐπέτεινε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐνεφανίσθησαν νέα προβλήματα, ἀπαιτοῦντα τὴν διαμόρφωσιν κοινῆς γραμμῆς καὶ στάσεως τῶν ἐπὶ μέρους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τὸ φαινόμενον τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς ἔλαβε διαστάσεις ἀγνώστους πρὸ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ νῦν αἰῶνος, διὰ τῆς ραγδαίας αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταναστῶν ἐκ τῶν Ὀρθοδόξων περιοχῶν εἰς τὰς χώρας τῆς Δύσεως, οἵτινες ἔχουν ἀνάγκην ποιμαντικῆς φροντίδος. Τοῦτο ὡδήγησεν εἰς τὴν γνωστὴν εἰς πάντας, οὐχί ἀκραιφνῶς κανονικήν, κατάστασιν τῆς ὑπάρξεως περισσοτέρων τοῦ ἑνὸς Ἐπισκόπων ἐν τῇ αὐτῇ πόλει καὶ περιοχῇ, ἐπὶ σκανδαλισμῷ πολλῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα τοῦτο δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπισθῇ εἰ μὴ διὰ πανορθοδόξου συνοδικῆς ἀποφάσεως.
δ) Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη κατὰ τὸν παρελθόντα αἰῶνα καὶ ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον, εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν προσπαθειῶν ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν χριστιανῶν διὰ τῆς λεγομένης «Οἰκουμενικῆς Κινήσεως». Ἡ συμμετοχὴ τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὴν προσπάθειαν ταύτην ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν εἴτε ὑφ᾿ ἑκάστης Αὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας, εἴτε ὑπὸ πανορθοδόξων διασκέψεων. Τὸ ὅλον θέμα, ἕνεκα τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ, δέον νὰ ἐξετασθῇ καὶ ὑπὸ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου πρὸς διαμόρφωσιν, κατὰ τρόπον αὐθεντικόν, τῆς ἑνιαίας ἐπ᾿ αὐτοῦ θέσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ καὶ ἄλλα θέματα, ἐμφανισθέντα κυρίως κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους καὶ χρήζοντα συνοδικῶν ἀποφάσεων, ἐπέβαλλον τὴν σύγκλησιν τῆς Συνόδου ταύτης. Ταῦτα ἀφοροῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ζωὴν καὶ διοργάνωσιν τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑφίστανται ἀμφισβητήσεις καὶ διχογνωμίαι μεταξὺ τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν, ἀπειλοῦσαι ἐνίοτε τὴν μεταξὺ αὐτῶν εἰρήνην, ὡς εἶναι ὁ τρόπος ἀνακηρύξεως τοῦ αὐτοκεφάλου καὶ τοῦ αὐτονόμου Ἐκκλησίας τινός. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ὡς καὶ ἄλλα τινὰ ποιμαντικῆς φύσεως, τῶν ὁποίων ἡ ἀντιμετώπισις ἐν ὄψει τῶν προκλήσεων τοῦ συγχρόνου κόσμου καθίσταται ἐπιβεβλημένη, ὡδήγησαν τοὺς ἀποφασίσαντας τὴν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς θεματολογίας αὐτῆς, ὡς αὕτη παρεδόθη εἰς ἡμᾶς καὶ προπαρεσκευάσθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν καὶ Προσυνοδικῶν Διασκέψεων.
Γνωρίζομεν, βεβαίως, ὅτι τὰ ἀπασχολοῦντα τὸν σύγχρονον ἄνθρωπον προβλήματα εἶναι ἄλλα, ἁπτόμενα τοῦ καθ᾿ ἡμέραν βίου του, τῶν σχέσεων αὐτοῦ πρὸς τοὺς συνανθρώπους του, πρὸς τὸ φυσικόν του περιβάλλον, καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν Θεὸν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν. Ἡ ραγδαία πρόοδος τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας καὶ τὰ προκύπτοντα ἐξ αὐτῆς βιοηθικὰ καὶ πνευματικὰ ζητήματα, ἡ πρόκλησις τῆς ἐκκοσμικεύσεως καὶ ὁ κλονισμὸς τῶν παραδοσιακῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν, αἱ συγκρούσεις καὶ οἱ πόλεμοι καὶ τὰ ἐξ αὐτῶν προερχόμενα δεινὰ διὰ τοὺς ἀνθρώπους –πάντα ταῦτα καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀφήσουν ἀδιάφορον τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἀρθρώσῃ λόγον εὐαγγελικὸν πρὸς ἀντιμετώπισίν των. Ἡ παροῦσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος θὰ ἀναφερθῇ εἰς τὰ προβλήματα αὐτὰ εἰς τὸ Μήνυμά της πρὸς τὸν κόσμον κατὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ τὸ κύριον ἔργον αὐτῆς περιορίζεται εἰς τὴν προαναφερθεῖσαν θεματολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας ζητήματα, καὶ τοῦτο διότι, πρὶν ἢ ἀπευθύνῃ λόγον πρὸς τὸν κόσμον καὶ ἀσχοληθῆ μετὰ τῶν ἀπασχολούντων αὐτὸν προβλημάτων, ἡ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ τακτοποιήσῃ τὰ τοῦ οἴκου αὐτῆς, ὥστε ὁ λόγος αὐτῆς νὰ καταστῇ ἀξιόπιστος καὶ νὰ προέλθῃ ἀπὸ μίαν κατὰ πάντα ἡνωμένην Ἐκκλησίαν. Ἂς μὴ λησμονῶμεν ἄλλωστε, ὅτι πρόθεσις ἡμῶν εἶναι, ἡ Σύνοδος αὕτη νὰ ἀκολουθηθῇ, σὺν Θεῷ, ἀπὸ ἄλλας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι καὶ θὰ ἔχουν ὡς σκοπὸν νὰ ἐγκύψουν εἰς τὰ ὡς ἄνω καὶ ἄλλα φλέγοντα προβλήματα.
Ἡ σημασία καὶ σπουδαιότης τῆς παρούσης Συνόδου ἔγκειται κατ᾿ ἐξοχὴν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς, χάριτι Θεοῦ, πραγματοποιήσεώς της μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνας, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν κατέστη τοῦτο δυνατόν. Τοῦτο καὶ μόνον, θὰ ἤρκει διὰ νὰ ἐντάξῃ αὐτὴν εἰς τὰ μεγάλα γεγονότα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας.
Ταῦτα ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ἡ παροῦσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς καθ᾿ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καλεῖται σήμερον, ἵνα χωρήσῃ ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτῆς. Τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι ἄκρως σοβαρόν, ἀλλὰ καὶ ἐξόχως δυσχερές, καὶ διὰ τοῦτο προητοιμάσθη ἐπιμελῶς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ κόπου πολλοῦ, διὸ καὶ κρίνομεν ὡς χρέος ἡμῶν ὅπως ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην, τὴν ἱκανοποίησιν καὶ τὴν εὐαρέσκειαν τῆς Ἐκκλησίας πρὸς πάντας τοὺς κοπιάσαντας καὶ συντελέσαντας εἰς τὴν αἰσίαν ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου τούτου, πρός τε τοὺς ἀπελθόντας ἤδη εἰς Κύριον, ὑπὲρ τῆς ἀναπαύσεως τῶν ὁποίων ἐδεήθημεν τὸ παρελθὸν Σάββατον τῶν Ψυχῶν ἐν Θείᾳ λειτουργίᾳ, διὰ τὴν ὁποίαν εὐχαριστοῦμεν τὸν τελέσαντα αὐτὴν Μακ. Ἀλεξανδρείας, καὶ πρὸς τοὺς ζῶντας ἐξ αὐτῶν, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εὑρίσκονται καὶ σήμερον κατὰ τὴν ὥραν ταύτην ἐν μέσῳ ἡμῶν, καὶ τοὺς ὁποίους, ἕνα ἕκαστον προσωπικῶς, ἀσπαζόμεθα ἀδελφικῶς ἐν πολλῇ ἀγάπῃ καὶ τιμῇ.
Καρπὸν τῆς μακρᾶς καὶ ἐπιπόνου ταύτης προετοιμασίας ἀποτελοῦν τὰ κατόπιν μακρῶν συζητήσεων διατυπωθέντα, ἐγκριθέντα καὶ ὑπογραφέντα Κείμενα, ὑποβαλλόμενα πρὸς τὸ ἱερὸν τοῦτο σῶμα πρὸς τελικὴν ἔγκρισιν, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Ὑπενθυμίζομεν καὶ ὑπογραμμίζομεν ὅτι τὰ ἐν λόγῳ Κείμενα ἔτυχον ἤδη ὁμοφώνου ἀποδοχῆς ὑπὸ τῶν πλήρως πρὸς τοῦτο ἐξουσιοδοτημένων ἐκπροσώπων ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, διὰ νὰ ἀποφευχθοῦν ἀντεγκλήσεις καὶ ὀξύτητες κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Συνόδου, καὶ πρὸς διευκόλυνσιν αὐτῆς ὅπως περατώσῃ τὸ ἔργον της ἐντὸς τῶν ἀποφασισθέντων χρονικῶν ὁρίων.
Γνωρίζομεν, βεβαίως, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ Κείμενα δὲν περιέχουν, ὡς θὰ ἠθέλομεν, τὰς θέσεις καὶ ἀπόψεις πάντων ἡμῶν, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο φυσικὸν νὰ μὴ ἱκανοποιοῦν πλήρως πάντας. Ἂς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὰ ἐν λόγῳ Κείμενα συνετάγησαν ὑπὸ ἐκπροσώπων δεκατεσσάρων ὅλων Ἐκκλησιῶν, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἔδει νὰ συμφωνήσῃ πλήρως πρὸς τὸ περιεχόμενόν των. Καλούμεθα, ὅθεν, καὶ ἐνταῦθα νὰ ἐπιδείξωμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν κατανόησιν καὶ σεβασμὸν πρὸς πᾶσαν τυχὸν ἀδυναμίαν τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Συνόδου νὰ ἀποδεχθοῦν τὰς ὑποβαλλομένας τροπολογίας, καὶ μὴ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ὑπὸ πάντων ἀποδοχὴν αὐτῶν, ἀπειλοῦντες τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Χωροῦμεν, συνεπῶς, ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει ὁμοφώνως ἐγκεκριμένων ὑπὸ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν Κειμένων, ἅτινα ἑκάστη Ἐκκλησία ἔχει ἤδη ἀποδεχθῆ. Τοῦτο, βεβαίως, οὐδόλως δεσμεύει τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἡ ὁποία καὶ δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰ κείμενα ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει ἠτιολογημένων προτάσεων οἱουδήποτε ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ἀτομικῶς. Ἀλλά - καὶ τοῦτο τονίζομεν ἰδιαιτέρως - οἱαδήποτε τροπολογία ἐπὶ τῶν ἤδη ὁμοφώνως ἐγκριθέντων Κειμένων θὰ ἰσχύσῃ μόνον ἐὰν γίνῃ ἀποδεκτὴ ὑπὸ πασῶν τῶν μετεχουσῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τοῦτο ἐπιβάλλει ἡ ἀρχὴ τῆς ὁμοφωνίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀπεδέχθημεν. Ἐὰν τροπολογία, προτεινομένη ὑπό τινος ἢ ὑπό τινων ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ἱεροῦ τούτου Σώματος προσκρούσῃ εἰς τὴν μὴ ἀποδοχὴν αὐτῆς ὑπὸ μιᾶς ἢ περισσοτέρων Ἐκκλησιῶν, αὕτη καταπίπτει, καὶ τὸ Κείμενον διατηρεῖται ὡς εἶχεν ἐν τῇ ἀρχικῶς ἐγκριθείσῃ μορφῇ αὐτοῦ, ἐγκρινόμενον καὶ ὑπογραφόμενον ὑφ᾿ ὅλων τῶν μελῶν τοῦ Σώματος. Ἀποδεχθέντες τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμοφωνίας εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου, ἀποδεχόμεθα συγχρόνως καὶ τὴν ἔγκρισιν τῶν τυχὸν ὑποβαλλομένων ὑφ᾿ ἡμῶν τροπολογιῶν, μόνον ἐφ᾿ ὅσον εἶναι σύμφωνοι πρὸς αὐτάς, πᾶσαι αἱ ἀδελφαὶ Ἐκκλησίαι.
Ταῦτα ἐθεωρήσαμεν χρέος νὰ ὑπομνήσωμεν ἐνταῦθα, παρὰ τὸ ὅτι εἴμεθα βέβαιοι ὅτι εἶναι εἰς πάντας ὑμᾶς γνωστά, τοῦτο δὲ πρὸς ἀποφυγὴν οἱασδήποτε παρεξηγήσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Τὰ τῆς ὅλης διαδικασίας τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἱεροῦ Σώματος διαλαμβάνει ὁ ὑπὸ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν ἐγκριθεὶς Κανονισμός, τὸν ὁποῖον καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως μελετήσωμεν πάντες ἐνδελεχῶς, καὶ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν πιστῶς κατὰ τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ἡ ἕδρα αὕτη, ἔχουσα τὴν εὐθύνην τῆς τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας του, θὰ μεριμνήσῃ ὥστε ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ νὰ τηρηθῇ πιστῶς ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τοῦ ἱεροῦ Σώματος.
***
Καὶ τὰ νῦν, ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, ἂς στρέψωμεν τὸ οὗς ἡμῶν πρὸς τὸν Παράκλητον, ἵνα ἐνωτισθῶμεν "τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις" (Ἀποκ. β΄, 7), κατὰ τὴν σύναξιν ἡμῶν ταύτην "ἐπὶ τὸ αὐτό".
Ἡ Ἁγιωτάτη Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας μέλη, χάριτι Θεοῦ, ἀποτελοῦμεν, εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, τὴν ὁποίαν ὁμολογοῦμεν ἐν τῷ Συμβόλῳ τῆς πίστεως ὡς τὴν μόνην κιβωτὸν τῆς σωτηρίας. Ἡ Ἐκκλησία αὕτη εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ φανερούμενον κατ᾿ ἐξοχὴν "ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου" (πρβλ. Πράξ. β΄, 42), ἐν τῷ Μυστηρίῳ δηλονότι τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὡς διαβεβαιοῖ ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας, γράφων προσφυῶς: "Τὴν τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, εἴ τις ἰδεῖν δυνηθείη ... οὐδὲν ἕτερον ἢ αὐτὸ μόνον τὸ Κυριακὸν ὄψεται σῶμα". Διὸ καὶ ἐπιλέγει ὅτι "σημαίνεται ἡ ἐκκλησία ἐν τοῖς μυστηρίοις (ἐν τῇ Εὐχαριστίᾳ: "καὶ γὰρ σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ τὰ μυστήρια") (Ἑρμην. Θ. Λειτ. 38. P.G. 150, 452D). Διὰ ταῦτα, πρώτιστα πάντων ὁ Παράκλητος καλεῖ ἡμᾶς νὰ τηρήσωμεν τὴν ἑνότητα ἡμῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Μυστηρίων ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἀποφεύγοντες πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ προκαλέσῃ σχῖσμα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. Διότι, ὡς γράφει ὁ ἱερὸς Πατήρ, "οὐδὲν οὕτω παροξύνει, τὸν Θεόν, ὡς τὸ Ἐκκλησίαν διαιρεθῆναι. {...} Οὐδὲ μαρτυρίου αἷμα ταύτην τὴν ἁμαρτίαν δύναται ἐξαλείφειν" (πρβλ. Ἰω. Χρυσοστόμου, Πρὸς Ἐφεσίους 11. P.G. 62, 85). Ἡ παροῦσα Σύνοδος, ἀρξαμένη τοῦ ἔργου αὐτῆς καὶ κατακλείουσα αὐτὸ διὰ τῆς τελέσεως τοῦ μεγάλου Μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, διακηρύττει ὅτι ὕψιστος σκοπὸς αὐτῆς εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωσις τῆς ἑνότητος ἡμῶν "ἐν τοῖς Μυστηρίοις", καὶ ἡ παντὶ σθένει διατήρησις καὶ διαφύλαξις αὐτῆς.
Ἀλλ᾿ ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν ἔγκειται ὡσαύτως καὶ ἐν τῇ κοινῇ ἡμῶν πίστει, "τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις" (Ἰούδα, 3). Τὴν πίστιν ταύτην ὁμολογοῦμεν ἐν τῷ ἱερῷ Συμβόλῳ τόσον κατὰ τὸ Βάπτισμα ἡμῶν, ὅσον καὶ ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἰς ἐπίσκοπον χειροτονίαν, καθ᾿ ὅτι οἱ ἐπίσκοποι ἀποτελοῦμεν τοὺς φύλακας αὐτῆς. Διὰ τὴν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν ἡ πίστις αὕτη στηρίζεται ἐπὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὡς ταύτην κατενόησαν καὶ ἡρμήνευσαν καὶ διετύπωσαν οἱ θεοφόροι τῆς Ἐκκλησίας Πατέρες, μάλιστα δὲ ἐν οἰκουμενικαῖς συνόδοις συνελθόντες, καταστήσαντες αὐτὴν ὅρον ἀπαράβατον τῆς ἐν τοῖς Μυστηρίοις ἑνότητος.
Ἡ οὑτωσὶ ἐκφρασθεῖσα καὶ διατυπωθεῖσα πίστις ἡμῶν ἑρμηνεύεται καὶ ἐκφράζεται ἀλαθήτως μόνον ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας συνοδικῶς. Ἀτυχῶς, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐπιπολάζει τὸ φαινόμενον ὁμάδων ἢ ἀτόμων, διεκδικούντων ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ ἀλάθητον ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν Πατέρων καὶ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, κηρυττόντων "αἱρετικοὺς" πάντας τοὺς πρὸς αὐτοὺς διαφωνοῦντας, καὶ ἐξεγειρόντων τὸν πιστὸν λαόν, ἐνίοτε καὶ ἐναντίον τῶν κανονικῶν αὐτοῦ ποιμένων. Ἐντὸς τοῦ κλίματος τούτου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποβῇ ἄκρως ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, τείνει νὰ λησμονηθῇ ὅτι τὰ ὅρια μεταξὺ αἱρέσεως καὶ Ὀρθοδοξίας καθορίζονται συνοδικῶς καὶ μόνον, εἴτε ἀναφέρονται ταῦτα εἰς παλαιάς, εἴτε εἰς νεωτέρας δοξασίας. Οὐδείς, πλὴν τῶν ἱερῶν Συνόδων, δύναται νὰ ἀνακηρύττῃ ἀπόψεις ἢ θέσεις ὡς "αἱρετικάς", διεκδικῶν οὕτως ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀλάθητον. Συναφῶς, καταδικάζομεν καὶ τὸν ὑπό τινων χαρακτηρισμὸν τῆς παρούσης Συνόδου ὡς δῆθεν ληστρικῆς, προτοῦ αὕτη συνέλθῃ καὶ λάβῃ τὰς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀποφάσεις της.
Ἡ ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καὶ τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ἡ παροῦσα Σύνοδος ἔρχεται νὰ ἐπιβεβαιώσῃ καὶ ἐξάρῃ, συνδέεται ἀναποσπάσεως καὶ πρὸς μίαν ἄλλην πτυχήν: τὴν κανονικήν. Οὐδεμία Θεία Εὐχαριστία εἶναι ἔγκυρος καὶ φορεὺς Θείας Χάριτος καὶ σωτηρίας, ἐὰν δὲν τελῆται ἐν ὀνόματι κανονικοῦ ἐπισκόπου καὶ ὑπὸ κανονικῶς κεχειροτονημένων κληρικῶν. Καὶ οὐδεμία ὁμολογία πίστεως, ὅσον ὀρθόδοξος καὶ ἂν εἶναι, εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἔχει οἱανδήποτε ἀξίαν, ἑὰν "σχίζῃ" τὴν Ἐκκλησίαν: "Τοῦ εἰς αἵρεσιν ἐμπεσεῖν τὸ τὴν Ἐκκλησίαν σχίσαι οὐκ ἔλαττόν ἐστι κακόν", κατὰ τὸν ἱερὸν Χρυσόστομον (Ὁμιλ. εἰς τὴν πρὸς Ἐφεσ. 12, P.G. 62,87). Διὸ καὶ ἡ ἁγία Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος κατατάσσει εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μετὰ τῶν αἱρετικῶν "καὶ τοὺς τὴν πίστιν μὲν τὴν ὑγιῆ προσποιουμένους ὁμολογεῖν, ἀποσχίσαντας δέ, καὶ ἀντισυνάγοντας τοῖς κανονικοῖς ἡμῶν ἐπισκόποις" (κανὼν 6).
Τρίπτυχος, ὅθεν, εἶναι ἡ ἑνότης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἐξ ἡμῶν καὶ διὰ τῆς Συνόδου ταύτης ὁ Παράκλητος: ἑνότης ἐν τοῖς Μυστηρίοις, ἐν τῇ πίστει καὶ τῇ κανονικῇ δομῇ τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ τρία ταῦτα ἀλληλοπεριχωροῦνται καὶ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ τῶν ἑτέρων. Πάντα δὲ ταῦτα διατρέχει καὶ συνέχει ἡ ἀγάπη, "ὅ ἐστιν σύνδεσμος τῆς τελειότητος", καὶ ἡ εἰρήνη, εἰς ἣν καὶ ἐκλήθημεν "ἐν ἑνὶ σώματι" (Κολ. γ΄, 15). "Ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ" (Ἐφεσ. δ΄,3), "σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης" (Ἐφεσ. δ΄, 3), καλούμεθα νὰ διαφυλάξωμεν, οἰκοδομήσωμεν καὶ διακηρύξωμεν, καὶ διὰ τῆς παρούσης Συνόδου, τὴν ἣν ὁ Παράκλητος ἐχαρίσατο ἡμῖν ἑνότητα ἐν Χριστῷ, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός.
Ἀλλά, μεριμνῶντες οὕτως ἀξιοχρέως διὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι, κατὰ τὴν ἁγίαν καὶ μεγάλην ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς, ὅτε "ὁ Χριστὸς τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε" (Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς). Θὰ ἦτο μέγα σφάλμα, ἐὰν ἐν τῇ μερίμνῃ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἑνότητα ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ, ἐπεδεικνύομεν ἀδιαφορίαν διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εὑρίσκονται ἐν πλήρει κοινωνίᾳ μεθ᾿ ἡμῶν πολλοὶ ἐκ τῶν ὁμολογούντων πίστιν εἰς Χριστόν, εἰ καὶ οὐχὶ ὀρθῶς καὶ ὑγιῶς, ἐν πᾶσιν ἐπιζητούντων πάντως τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν μεθ᾿ ἡμῶν ἑνότητα, ἕτοιμοι νὰ διαλεχθοῦν μαζί μας ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ ἀγάπῃ περὶ τῶν διαιρούντων ἡμᾶς ζητημάτων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὑπῆρξε πάντοτε καὶ παραμένει ἑτοίμη πρὸς πᾶσαν προσπάθειαν ἑνότητος τῶν εἰς Χριστὸν πιστευόντων, μὴ νοθεύουσα ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ τὴν ἣν παρέλαβε παρὰ τῶν Πατέρων αὐτῆς πίστιν. Διὸ καὶ ἡ παροῦσα Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος περιέλαβεν εἰς τὴν θεματολογίαν αὐτῆς καὶ τὰς σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῶν ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας Χριστιανῶν, χαιρετίζει δὲ μετὰ πολλῆς ἀγάπης καὶ τιμῆς τὴν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν παρουσίαν αὐτῶν ὡς προσκεκλημένων παρατηρητῶν, κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπίσημον ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν.
Ἡ φωνὴ τοῦ Παρακλήτου, καλοῦσα πάντας εἰς ἑνότητα, καλεῖ καὶ ἡμᾶς νὰ στρέψωμεν τὸ βλέμμα, καὶ νὰ πλατύνωμεν τὴν καρδίαν πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐγκύπτοντες ἐν ἀγάπῃ εἰς τὰ ἀπασχολοῦντα αὐτοὺς ζωτικὰ προβλήματα, εὐαγγελιζόμενοι εἰρήνην καὶ ἀγάπην τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει δι᾿ ἑαυτήν, ἀλλὰ διὰ τὸν κόσμον ἅπαντα καὶ τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ, ἔχουσα κεφαλὴν αὐτῆς τὸν "πρωτότοκον πάσης κτίσεως" Χριστόν, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ διὰ τοῦ Ὁποίου ὁ Θεὸς ηὐδόκησεν "ἀποκαταλλάξαι τὰ πάντα εἰς αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Σταυροῦ αὐτοῦ, δι᾿ αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς" (πρβλ. Κολ. α΄, 16, 20). Ὁμοίως, καὶ ἡ Σύνοδος δὲν συνέρχεται διὰ τὸν ἑαυτόν της˙ συνέρχεται δι᾿ ὅλον τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ, δι᾿ ὅλον τὸν κόσμον»(Ἀλ. Παπαδερός).
Οὕτως, ἡ ἐν Συνόδῳ σύναξις τῆς Ἐκκλησίας καθιστᾷ αὐτήν, κατ᾿ ἐπέκτασιν, καὶ ἱεραποστολικήν, τουτέστιν ἐξωστρεφῆ, πορευομένην "εἰς πάντα τὰ ἔθνη" (πρβλ. Ματθ. κη΄,19), διὰ νὰ μεταφέρῃ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ πρὸς πάντα ἄνθρωπον, μετέχουσα εἰς τὰς διακυμάνσεις τῆς Ἱστορίας, ὡς "σημεῖον εἰς τὰ ἔθνη (Ἡσ. ια΄, 12) τῆς ἐρχομένης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, μὴ συσχηματιζομένη τῷ αἰῶνι τούτῳ (πρβλ. Ρωμ. ιβ΄,2), ἀλλὰ καὶ μὴ ἀρνουμένη νὰ ἄρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων της τοὺς ποικίλους σταυροὺς πάντων τῶν ἀνθρώπων, κηρύττουσα τὴν Ἀνάστασιν. Ἐργαζόμενοι ἐν Συνόδῳ, "τῶν θυρῶν κεκλεισμένων" (Ἰω. κ΄, 19), καὶ ἀναμένοντες τὸν Ἰησοῦν νὰ ἔλθῃ ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, μεταφέρων ἡμῖν τὴν εἰρήνην Αὐτοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἂς ἔχωμεν πάντοτε ἐν νῷ ὅτι οἱ περιβάλλοντες τὴν αἴθουσαν ταύτην τοῖχοι εἶναι διαφανεῖς, καὶ ὁ κόσμος ἀναμένει νὰ ἀκούσῃ καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν "τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς Ἐκκλησίαις" (Ἀποκ. β΄, 7). Αἱ ἀποφάσεις ἡμῶν δέον νὰ μεταφέρουν πρὸς πάντας ἠχηρὸν τὸ μήνυμα ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν, καίπερ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ διεσπαρμένη, παραμένει ἀρρήκτως ἡνωμένη, καλοῦσα διὰ τοῦ Παρακλήτου πάντας εἰς ἑνότητα.
Σεβάσμιοι καὶ πεφιλημένοι ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί,
"Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν, καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας, καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν. Καὶ τὸ μυστήριον ὅσον! ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον" (Γρηγόριος Θεολ. Λόγ. 41, Εἰς τὴν Πεντηκοστήν, 5, P.G. 36, 436B).
Ὄντως μέγα τε καὶ σεβάσμιον τὸ μυστήριον τῆς Πεντηκοστῆς διὰ πλείστους λόγους, ἀλλὰ καὶ δι᾿ ὃν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἰδιαιτέρως προβάλλει:
"Ἐπειδὴ γὰρ ἦσαν (οἱ μαθηταὶ) ἀκούσαντες τῆς Δεσποτικῆς φωνῆς, ‘Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη’ .... ἔρχεται τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ἐν εἴδει γλωσσῶν, ἑκάστῳ μερίζον τῆς κατὰ τὴν οἰκουμένην διδασκαλίας τὰ κλίματα, καὶ διὰ τῆς δοθείσης γλώττης καθάπερ δέλτῳ τινὶ γνωρίζον ἑκάστῳ τῆς ἐμπιστευθείσης ἀρχῆς τε καὶ διδασκαλίας τὸν ὅρον ... Καὶ ἐγένετο πρᾶγμα καινὸν καὶ παράδοξον˙ ὥσπερ γὰρ τότε τὸ παλαιὸν γλῶσσαι τὴν οἰκουμένην κατέτεμον, καὶ τὴν κακὴν συμφωνίαν εἰς διαίρεσιν ἤγαγον˙ οὕτω καὶ νῦν γλῶσσαι τὴν οἰκουμένην συνῆψαν, καὶ τὰ διεστῶτα εἰς ὁμόνοιαν συνήγαγον» (Εἰς τὴν Πεντηκοστὴν 2, P.G. 50, 467).
Μέγα τὸ μυστήριον τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας! Ἡ ἑνότης αὐτῆς δὲν ἰσοπεδώνει τὴν ποικιλίαν καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τῶν πολιτισμῶν: ἕκαστος, ἀκούει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ «τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ» (Πράξ. β΄ 7). Διὰ τοῦτο ἡ Ἐκκλησία, καίτοι εἶναι μία ἀνὰ τὴν οἰκουμένην, συνίσταται συγχρόνως ἐκ πολλῶν Ἐκκλησιῶν, σεβομένη τὰς γλωσσικὰς καὶ ἄλλας ἰδιαιτερότητας τῶν κατὰ τόπους λαῶν, εἰς πολλὰς δὲ περιπτώσεις, καὶ συντελοῦσα εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ διαμόρφωσιν αὐτῶν.
Διὰ τῆς ποικιλίας τῶν γλωσσῶν καὶ τῶν κατὰ τόπους πολιτισμῶν, ἡ κατὰ τὴν οἰκουμένην Ἐκκλησία «μερίζεται» εἰς κλίματα, γράφει ὁ Ἱερὸς Πατήρ, περιγράφων ἐπακριβῶς τὴν κανονικὴν δομὴν τῆς Ἐκκλησίας. Τὸν ὅρον τοῦτον τοῦ «κλίματος» παρέλαβε καὶ χρησιμοποιεῖ καὶ ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἐν τῇ κανονικῇ αὐτῆς ὁρολογίᾳ, ἐμμένουσα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀκριβοῦς ὁριοθετήσεως ἑκάστου «κλίματος».
Ἀλλ᾿ ἐνῷ πολλὰ τὰ κλίματα, ἡ οἰκουμένη μία. Ἡ ποικιλία τῶν γλωσσῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν ἐπέφερε πάλαι ποτὲ τὴν διαίρεσιν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπειλῇ τὴν ὁμόνοιαν αὐτῶν. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς πρότυπον ἑνότητος, ὀφείλει διαρκῶς νὰ μεριμνᾷ ὥστε ἡ «διαφορὰ» νὰ μὴ ὁδηγήσῃ εἰς «διαίρεσιν», ἵνα κατὰ τὸν Ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητὴν «ὁρολογήσωμεν» (πρβλ. Ἐπιστ. 12, P. G. 91, 469), οὐδὲ ἡ ἐνότης εἰς ἀφανισμὸν τῆς διαφορᾶς.
Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς συνίσταται τὸ νόημα καὶ ἡ σπουδαιότης τοῦ θεσμοῦ, τὸν ὁποῖον σήμερον καλούμεθα νὰ ὑπουργήσωμεν, συνερχόμενοι ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ. Ἐκάστη Ἐκκλησία καὶ ἔκαστος ἐξ ἠμῶν καλούμεθα νὰ καταθέσωμεν, ἀλλ᾿ οὐχὶ νὰ ἐπιβάλωμεν, τὰς ἰδίας ἡμῶν θέσεις. Καλούμεθα οὐχί μόνον νὰ ὁμιλήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀκούσωμεν. Καλούμεθα νὰ οἰκοδομήσωμεν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἐπὶ τὸ ἔργον τοῦτο, μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης χωροῦντες, ἐν συναισθήσει τῆς προκειμένης ἡμῖν εὐθύνης καὶ τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας μας, στρεφόμεθα μετὰ τοῦ Μελῳδοῦ πρὸς τὸν Κύριον καὶ Θεὸν ἡμῶν ἱκετεύοντες Αὐτόν:
«Ἔγγισον ἡμῖν, ἔγγισον ὁ πανταχοῦ˙
ὥς περ καὶ τοῖς Ἀποστόλοις σου πάντοτε συνῇς,
οὕτω καὶ τοῖς σὲ ποθοῦσιν
ἕνωσον σαυτὸν οἰκτίρμον,
ἵνα συνημμένοι σοι ὑμνῶμεν,
καὶ δοξολογῶμεν τὸ πανάγιόν σου Πνεῦμα».
Ἀμήν!

(Ρωμανοῦ, Οἶκος Ὄρθρου Κυριακῆς τῆς Πεντηκοστῆς)
Ἐκφράζομεν τὴν λύπην ἡμῶν, πεποίθαμεν δὲ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἱεροῦ τούτου σώματος, διὰ τὴν ἀπουσίαν ἐκ τοῦ μέσου ἡμῶν τῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας καὶ Γεωργίας, αἱ ὁποῖαι ἐγνώρισαν ἡμῖν ταύτην τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐνῷ αἱ πλεῖσται εἶχον ἤδη κοινοποιήσει ἡμῖν τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν καὶ δὴ καὶ τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν Ἀντιπροσωπειῶν των. Διὸ καὶ ὄντως αἰφνιδίασεν ἡμᾶς δυσαρέστως ἡ τὴν δωδεκάτην ὥραν ἀπόφασις περὶ ἀποχῆς αὐτῶν, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ αἱ Ἐκκλησίαι αὗται μετέσχον ὅλων τῶν φάσεων τῆς προετοιμασίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, μέχρι καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνάξεως τῶν Προκαθημένων τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, καὶ ἑπομένως εἶχον ὅλας τὰς εὐκαιρίας νὰ θέσουν τὰ ἅπερ ἐπικαλοῦνται νῦν εἰς δικαιολογίαν τῆς ἀποχῆς αὐτῶν θέματα πρὶν ἢ ἀποφασίσουν μεθ᾿ ἡμῶν καὶ συνυπογράψουν τὴν σύγκλησιν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Τὴν πρωτοφανῆ ταύτην συμπεριφοράν των δυσκολευόμεθα νὰ κατανοήσωμεν, ἐπαφιέμενοι τὴν ἐπ᾿ αὐτῆς κρίσιν εἰς τὰς λοιπὰς ἀδελφὰς Ἐκκλησίας καὶ εἰς τὴν Ἱστορίαν.
Ἀτυχῶς, ἀδελφοί, δὲν ἀναλογιζόμεθα πάντοτε τὰς συνεπείας τῶν ἀποφάσεων καὶ ἐνεργειῶν ἡμῶν διὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὅτι πλήττοντες τὴν ἑνότητα ἡμῶν πλήττομεν ἑαυτούς. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν καὶ οὐδεμία ἐκ τῶν Ἐκκλησιῶν ἡμῶν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐν ἀπομονώσει ἐκ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν. Δὲν εἴμεθα οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί, καὶ δὲν πρέπει νὰ συμπεριφερώμεθα ὡς ὁμοσπονδία Ἐκκλησιῶν. Εἴμεθα μία Ἐκκλησία, ἓν σῶμα, καὶ πάσας τὰς τυχὸν διαφορὰς ἡμῶν μόνον ἐν Συνόδῳ δέον νὰ ἐπιλύωμεν. Τοῦτο παρελάβομεν ἐκ τῆς ἱερᾶς Παραδόσεως τῶν Πατέρων ἡμῶν, καὶ τοῦτο δέον νὰ τηρῶμεν. Πᾶν πλῆγμα κατὰ τῆς Συνόδου πλήττει αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ αὐτοὺς τούτους τοὺς πλήττοντας. «Σκληρὸν πρὸς κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. κς΄ 14). Ὅταν μάλιστα ἡ ἀποχὴ ἐκ τῆς Συνόδου γίνεται ἀφοῦ ἔχει ἤδη συμφωνηθῆ, καὶ δὴ καὶ ἐνυπογράφως, ὑπὸ πάντων ἡμῶν ἡ σύγκλησις αὐτῆς, τότε τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ἡ συνέπεια καὶ σοβαρότης ἡμῶν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὅλης εἰκόνος τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας πρὸς τοὺς ἐντὸς καὶ τοὺς ἐκτὸς αὐτῆς.
Ὡς συνέβη πολλάκις κατὰ τὴν μακραίωνα ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀκουσία ἢ ἑκουσία ἀπουσία Ἐκκλησιῶν τινων ἐκ τῶν συγκληθεισῶν Συνόδων, τοπικῶν καὶ οἰκουμενικῶν, οὐδόλως παρημπόδιζε τὴν πραγματοποίησίν των. Διὸ καὶ ἡ παροῦσα Σύνοδος συγκληθεῖσα ὑφ᾿ ἡμῶν τῇ συμφώνῳ γνώμῃ πασῶν τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν δέον νὰ χωρήσῃ, παρὰ τὴν ἀπουσίαν Ἐκκλησιῶν τινων, ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτῆς, ὡς τοῦτο πανορθοδόξως ἀπεφασίσθη. Τὸ Πανάγιον Πνεῦμα εἴη ὁδηγὸς καὶ βοηθὸς ἡμῶν.