Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος για τη σημασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου και μια σχετική αναφορά από το έργο του Νίκου Ματσούκα

Μία σύντομη αλλά ταυτόχρονα σημαντική και μεστή δήλωσή του στο CNN Greece

Ο Αρχιεπίσκοπος κ.κ. Αναστάσιος μεταξύ άλλων δήλωσε: "Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος [...] θέλει να τονίσει δύο βασικά πράγματα. Πρώτον, την ενότητα των Ορθοδόξων Εκκλησιών [...] και επίσης η συναίσθηση του χρέους που έχουμε για να δώσουμε τη μαρτυρία της πίστεως και του Ευαγγελίου στον σύγχρονο κόσμο. Ότι δηλαδή δεν είμαστε απλώς εκείνοι οι οποίοι ασχολούμεθα με το παρελθόν ή με τη συντήρηση μερικών πραγμάτων, αλλά η Ορθοδοξία είναι μια αδιάκοπα ευαίσθητη Εκκλησία, ανοικτή στις αναζητήσεις του κόσμου, στην κραυγή των φτωχών, των αδικουμένων, προσπαθώντας να μεταφέρει αυτό το μήνυμα της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της ελπίδας σε έναν κόσμο ο οποίος ξέρουμε πόσο υποφέρει. [...] 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι (εν. η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος) είναι ένα ξεκίνημα καινούριο [...] Δεν έχουμε ψευδαισθήσεις, έχουμε πολλές ελλείψεις, πολλά προβλήματα, αλλά όμως τολμούμε να ελπίζουμε και να προχωρούμε στον καινούριο αυτό δρόμο.

Υπάρχουν βεβαίως πολλοί οι οποίοι έχουν την αντίληψη ότι το αυθεντικά ορθόδοξο είναι η επανάληψις προηγουμένων Συνόδων ή άλλων γεγονότων. Αλλά υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι πιστεύουν ότι η πνοή του Αγίου Πνεύματος συνεχίζει μέσα στη διάρκεια του χρόνου και κάθε εποχή έχει τις δικές της προσδοκίες και πρέπει να τις αντιμετωπίσει με λεπτότητα και με ευαισθησία".


Καθώς άκουγα αυτές τις δηλώσεις του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων κ.κ. Αναστασίου, μου ήρθαν στο νου παρόμοια λόγια από τις προφορικές παραδόσεις του αείμνηστου δασκάλου Νίκου Ματσούκα. Το νόημα των λόγων του Νίκου Ματσούκα, που εντοπίζεται σε πολλές μελέτες του, αναφέρεται στη δυναμική ερμηνευτική της Εκκλησίας, ως σώμα Χριστού που πορεύται ανά τους αιώνες, απέναντι στα υπομνήματα ή τα μνημεία της θείας αποκάλυψης.

Αντιγράφω από τη Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ΄ του Νίκου Ματσούκα:

"Η Αγία Γραφή και η Παράδοση, λοιπόν, είναι Υπομνήματα ή μνημεία μιας συνεχιζόμενης δυναμικά και εσχατολογικά ιστορικής πορείας, στην οποία εκφαίνονται οι φάσεις της Εκκλησίας. Γι' αυτό τούτα τα μνημεία, που καταγράφουν γεγονότα της φανέρωσης του Θεού και πράγματα της εκκλησιαστικής ζωής, έχουν άκρως δεσπόζουσα και κυρίαρχη θέση στο σώμα της Εκκλησίας. Επομένως, η Εκκλησία, ως κοινότητα ενός σώματος, παράγει αυτά τα μνημεία, τα καθορίζει και τα ερμηνεύει, και φυσικά, δεν είναι αυτά τα ίδια που καθορίζουν την Εκκλησία. Άλλωστε ιστορικά είναι αυτόδηλο ότι η Εκκλησία, ως ιστορική κοινότητα με πολλές φάσεις, πρώτα συγκροτήθηκε χωρίς αγιογραφικά βιβλία και Κανόνα βιβλίων, και έπειτα καθόρισε τα γνήσια βιβλία του Κανόνα της Αγίας Γραφής.  Με τον ίδιο τρόπο παράγει και όλα τα υπόλοιπα μνημεία, που έχουν θησαυρισμένη την πείρα της εκκλησιαστικής ζωής, με διδαχές, άθλους, γεγονότα, πράγματα, ακόμη και με τη μνεία όλης της ιστορικής κακοήθειας. Κι αυτή η ζωή, τούτη η πείρα, συνεχίζεται να πορεύεται δυναμικά και εσχατολογικά. Αλλιώτικα τα μνημεία, η Αγία  Γραφή και η Παράδοση θα ήταν απλώς κάποια βιβλία, ενδεχομένως ακόμη και μουσειακά". (Νίκου Ματσούκα, Δογματική και συμβολική θεολογία Γ΄. Ανακεφαλαίωση και Αγαθοτοπία. Έκθεση του οικουμενικού χαρακτήρα της χριστιανικής διδασκαλίας, εκδ. Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 148-9).