Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Η δυναμική της ελληνικής γλώσσας και η παγιωμένη γλώσσα των βιβλικών και λειτουργικών κειμένων

Δήμητρας Κούκουρα, 
Καθηγήτριας Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

«Δεν καταλάβαινα γρυ απ’ ότι έλεγε τούτη η προσευχή (το πάτερ ημών) και μια μέρα είπα στη μάνα μου: «Το ‘πάτ’, μπρε μάννα, ξέρω τι θα πει, μα εκείνο το ‘ερημών’ με μπερδεύει!»
Η απορία προέρχεται από τα χείλη παιδιού (1) σχολικής ηλικίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Μετά από έναν αιώνα όσες μετρήσεις έχουν γίνει μέχρι σήμερα με τη χρήση του ερωτηματολογίου, είτε σε μαθητές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είτε σε ομάδες ενηλίκων, οδηγούν στα ίδια αρνητικά αποτελέσματα(2).
Τα ευρήματα από τις σύγχρονες εμπειρικές έρευνες αλλά και οι λειτουργικές εκφράσεις που πέρασαν παλαιότερα στην καθημερινή ομιλία(3) συχνά δημιουργούν θυμηδία, συχνότερα όμως θλίψη.
Η θυμηδία οφείλεται στις παρανοήσεις και τις παραφράσεις του νοήματος των κειμένων, που η Γλωσσολογία ερμηνεύει με το φαινόμενο της παρετυμολογίας και της αναλογίας: καθετί που δεν είναι κατανοητό στο γλωσσικό αισθητήριο ο ομιλητής προσπαθεί να το ερμηνεύσει με κάτι περισσότερο οικείο, του τύπου:
«είναι ζεστός και θερμαινόμενος»: ην δε Πέτρος εστώς και θερμαινόμενος (Ιω. 18,18) (Μ. Πέμπτη).
«ζωή χαρισάμενη»: Χριστός ανέστη εκ νεκρών…ζωήν χαρισάμενος (η χαρούμενη ατμόσφαιρα της ακολουθίας φορτίζει αναλογικά με την έννοια της χαράς και τη λέξη χαρισάμενος).
«βρώμα και δυσωδία» (=βρομιά και κακοσμία, η λέξη «βρώμα» δεν είναι οικεία και φορτίζεται με σημασία ανάλογη προς τη δυσωδία) εξέλθωμεν και ίδωμεν εν τοις τάφοις….σκωλήκων βρώμα (> βιβρώσκω=κατατρώγω, τροφή των σκουληκιών) και δυσωδία(4).
Η θλίψη προκαλείται από την αποδεδειγμένη αδυναμία της πλειοψηφίας του εκκλησιάσματος να αποκωδικοποιήσει γλωσσικά το περιεχόμενο της δέησης, της δοξολογίας και της ευχαριστίας προς τον Θεό. Για παράδειγμα
Στώμεν καλώς…προσφέρειν: στο καλό, χωρίς φόβο, στην αγία αναφορά, που μας προσφέρει χωρίς φόβο (5).

Η αγωνία του Απ. Παύλου για τη συμμετοχή των πιστών στην ευχαριστία και την πνευματική τους οικοδομή είναι επίκαιρη και ανησυχητική: επεί εάν ευλογής εν πνεύματι, ο αναπληρών τον τόπον του ιδιώτου πως ερεί το αμήν επί τη ση ευχαριστία; επειδή τι λέγεις ουκ οίδεν• συ μεν γαρ καλώς ευχαριστείς αλλ' ο έτερος ουκ οικοδομείται (Α’Κορ. 14, 16-17).
Η γλώσσα (6) της λατρείας(7) είναι λοιπόν ακατανόητη για το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων και των ελληνοφώνων, δηλαδή και όλων εκείνων που μιλούν την Ελληνική, χωρίς να είναι μητρική τους γλώσσα.
Και αυτό συμβαίνει διότι η Νεοελληνική είναι διαφορετική από την Ελληνιστική Κοινή των βιβλικών αναγνωσμάτων και από τη λόγια γραπτή του Βυζαντίου των λειτουργικών κειμένων. Όπως μία εγγονή διαφέρει από μία πρόγονό της, ακριβέστερα από την 55η προμάμμη της.
Μία ζωντανή γλώσσα, δηλαδή αυτή που διαρκώς μιλιέται και εξυπηρετεί τις γλωσσικές ανάγκες μιας συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας, μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Αυτό οφείλεται στη δυναμική της και βεβαίως στις εξωτερικές συνθήκες που επιταχύνουν η επιβραδύνουν τις αλλαγές.
Στη μακρόσυρτη πορεία της Ελληνικής(8), σε μεγάλες σχετικά περιόδους(9) παρατηρούνται διαφοροποιήσεις σε όλα τα επίπεδα που αναλύεται μία γλώσσα(10): στη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο. Από τη φύση της η γλώσσα μας παρουσιάζει αργή εξέλιξη(11), όμως κατά περιόδους συσσωρεύονται οι ποικίλες γλωσσικές αλλαγές και όλες μαζί συγκλίνουν προς μια καινούρια μορφή της γλώσσας, η οποία δε σημαίνει ότι είναι τελείως διαφορετική από την προηγούμενη.
Στο λεξιλόγιο μπορεί να διατηρούνται λέξεις με την ίδια σημασία η με διαφορετική, άλλες να έχουν περιπέσει σε αχρηστία και άλλες καινούριες να έχουν εισέλθει για να εκφράσουν καινούριες έννοιες η προϊόντα. Όμως η γλώσσα δεν είναι κατάλογος λέξεων, αλλά σύστημα κανόνων γραμματικής και συντακτικού. Ακριβώς επειδή έχει αλλάξει η δομή της ΝΕ ( 12) σε σχέση με την ΑΕ, η αναγνώριση των λέξεων δεν επαρκεί για την κατανόηση του νοήματος μιας πρότασης.
Σε αυτή τη φυσική πορεία της γλώσσας μας με τα διάφορα στάδιά της, την ομηρική, στις διαλέκτους της Αρχαίας Ελληνικής, Ελληνιστική, Κοινή, προφορική δημώδη, Νεοελληνική, θα πρέπει να προστεθεί και το ισχυρό ρεύμα του Αττικισμού (13), που εμφανίστηκε στους Ελληνιστικούς χρόνους και επιβλήθηκε στη γραπτή γραμματεία και αργότερα στη διοίκηση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους στο γραπτό λόγο.
Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ. Χ.), όταν η Εκκλησία άρχισε να διαλέγεται με τους πανίσχυρες ρήτορες και φιλοσόφους, υιοθέτησε (14) τον Αττικισμό, τον μόνον παραδεκτό κώδικα γραπτής επικοινωνίας με τη διανόηση της εποχής. Ο Αττικισμός δε σήμαινε μόνον μία πιστή εφαρμογή των κανόνων της γραμματικής και του συντακτικού της αττικής διαλέκτου, αλλά και άφθονη συγκομιδή ρητορικών σχημάτων κατά τα παραγγέλματα της Β’ Σοφιστικής (15).
Οι γλωσσικές αυτές και υφολογικές επιλογές στο γραπτό λόγο ποικίλουν κατά χρονικές περιόδους, κατά συγγραφέα και κατά το λογοτεχνικό είδος, έχουν όμως κοινό παρονομαστή τη μίμηση των κανόνων της αττικής. Η κλασσική αττική διδασκόταν στη θύραθεν παιδεία (16), ενώ είχε αρκετή απόκλιση από την προφορική Κοινή και αργότερα από τη δημώδη του Βυζαντίου. Πόσο μάλλον από τη σημερινή Νεοελληνική.
Οι Καππαδόκες Πατέρες και ο Ιωάννης Χρυσόστομος χάραξαν μία ευφυή γλωσσική πολιτική, με στόχο τον ευαγγελισμό των Εθνικών. Το ζητούμενο ήταν να δώσουν επαρκή απάντηση στο Αριστοτελικό «πρέπον»: δηλαδή να δικαιολογήσουν την ισορροπία ανάμεσα στη μορφή κα το περιεχόμενο. Διότι τα υψηλά νοήματα απαιτούν περισπούδαστη γλώσσα (αττικισμός και ρητορικό ύφος στο προκείμενο) και οπωσδήποτε όχι μια γλώσσα των ψαράδων (sermo pescatorius) (17). Ως εκ τούτου μία ασήμαντη γλώσσα δεν μπορεί να περιέχει κορυφαίες αλήθειες.
Οι ίδιοι λοιπόν δικαιολόγησαν την απλή γλώσσα και το απέριττο ύφος των Γραφών με τα παραδεκτά μέσα, χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνική θεωρία του Ερμογένη(18) περί Ιδεών(19), ώστε να γίνει αποδεκτή η αποκαλυπτική αλήθεια με αναγνωρισμένους γλωσσικούς κώδικες.
Σε αυτή τη λόγια γλώσσα, δηλαδή τη μίμηση της κλασσικής αττικής διανθισμένης με ρητορικά σχήματα, έχουν γραφεί τα λειτουργικά και τα υμνολογικά μας κείμενα, στα οποία εμπεριέχεται και αφθονία βιβλικών χωρίων στην Ελληνιστική Κοινή.
Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: αυτά τα λειτουργικά κείμενα πόσο ήταν κατανοητά στο παρελθόν από το ελληνόφωνο εκκλησίασμα; Οι ίδιοι στο διάβα μιας χιλιετίας μιλούσαν την προφορική δημώδη, η οποία διαρκώς απομακρύνονταν από τη λόγια γραπτή ακόμη και από την άμεση προγονό της Ελληνιστική Κοινή, μέχρι να δώσει τα δείγματα της Νεοελληνικής από τον 12ο αιώνα (20) και εξής. Εξάλλου σε αυτήν την εποχή ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν το προνόμιο της εγκυκλίου-κλασσικής παιδείας, εκ των οποίων αμελητέα ήταν τα ποσοστά των γυναικών.
Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι διόλου εύκολη, διότι λείπουν μαρτυρίες και είναι αδύνατες οι μετρήσεις. Θα μπορούσαμε μόνον να υποθέσουμε βάσιμα ότι η χρήση του Ψαλτηρίου και άλλων λειτουργικών βιβλίων για τα στοιχειώδη γράμματα, την ανάγνωση και τη γραφή και ο συχνός εκκλησιασμός οδηγούσε στην εξοικείωση.
Οι Μεγάλοι λοιπόν Πατέρες της Εκκλησίας, ως προς την ελληνόφωνη πραγματικότητα, σεβάστηκαν το γόητρο της κλασσικής γλωσσικής κληρονομιάς και υιοθέτησαν τη γραπτή Hochsprache, ώστε οι θύραθεν συνομιλητές τους να πειστούν ότι η θεολογική τους σκέψη ανήκει στη Hochliteratur, κατά το αριστοτελικό «πρέπον» (decus) (21).
Η γλώσσα όμως αυτή ήταν μόνον για το γραπτό λόγο (22) και για συγκεκριμένα λογοτεχνικά είδη (23). Και είναι αυτονόητο ότι οι ίδιοι οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας δεν την χρησιμοποιούσαν στον προφορικό λόγο(24).
Ως προς τους αλλόγλωσσους και τους αλλογενείς νεοφώτιστους, η Γραφή και τα λειτουργικά κείμενα ήταν τα πρώτα που μεταφράστηκαν στη γλώσσα τους, (συριακή, αρμενική, γεωργιανή, γοτθική, σλαβονική κ.ο.κ). Στην Ανατολή ίσχυσε πάντοτε η θεμελιώδης ιεραποστολική αρχή του σεβασμού των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων των λαών, που αποτελεί και κατά Χριστόν καύχηση της Εκκλησίας από τους πρώτους αιώνες. Δεν συνέβη το ίδιο με τη λατινόφωνη ιεραποστολή μέχρι τις αρχές του 20 ου αι.
Τις τελευταίες δεκαετίες προφανώς οι ποιμαντικές ευθύνες έγιναν αφορμή, για να γίνει παραδεκτή η αδυναμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελληνοφώνων να κατανοούν τη γλώσσα της θείας λειτουργίας και η ανάγκη να εξευρεθούν λύσεις. Οι απαντήσεις που κατά περιόδους διατυπώνονται έχουν κοινές αλλά και διαφορετικές θέσεις.
Όλοι όσοι ασχολούνται με το θέμα από κοινού εκφράζουν τη θλίψη τους, γιατί ελαττώθηκαν σημαντικά οι ώρες διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ως εκ τούτου οι νέοι στερούνται πλέον τη δυνατότητα να προσεγγίζουν ευχερέστερα τις παλαιότερες μορφές της Ελληνικής. Γι αυτό το λόγο προτείνεται η χρήση εγκολπίου τουλάχιστον για τη θεία λειτουργία με παράλληλη μετάφραση.
Ωστόσο, αυτή η προτεινόμενη λύση οδηγεί μάλλον σε ασκήσεις γραμματικής και συντακτικού της κλασσικής αττικής διαλέκτου στην ώρα της θείας λειτουργίας, όταν οι πιστοί καλούνται όλοι μαζί να εκφράσουν μετά παρρησίας την πίστη τους και την ευχαριστία τους προς τον Θεό.
Και είναι αυτονόητο ότι ο καημός, η αγωνία, η ανάγκη, η δοξολογία, η ευχαριστία και ο έρωτας(25) αρθρώνονται στη μητρική γλώσσα.
Επιπλέον ορισμένοι προσθέτουν ότι με κατάλληλα ενοριακά μαθήματα, μπορεί να εμπεδωθεί το περιεχόμενο της θείας λειτουργίας. Όμως πόσοι θα μπορέσουν η θα θελήσουν να τα παρακολουθήσουν; Επιπροσθέτως, εκτός από τη θεία λειτουργία, χρειάζεται γλωσσικό φροντιστήριο και για τις υπόλοιπες ιερές ακολουθίες.
Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών (ΑΕ), εξάλλου, είναι θέμα της Πολιτείας και των γενικότερων εκπαιδευτικών τάσεων της εποχής.
Η γνώση των ΑΕ είναι ανεκτίμητο εφόδιο για τη σκέψη, την έκφραση και το χειρισμό της Νέας Ελληνικής (ΝΕ). Βεβαίως και για την ευχερή πρόσβαση στα γραπτά μνημεία της μοναδικής μας πολιτιστικής κληρονομιάς. Όμως σε κανένα σύγχρονο αναλυτικό πρόγραμμα, επί του παρόντος, δεν προβλέπεται επάρκεια ωρών διδασκαλίας των ΑΕ σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις κατευθύνσεις της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Ο λόγος γίνεται για τους εφήβους. Το έλλειμμα, όμως, της αρχαιομάθειας περιλαμβάνει και τους μαθητές της προσχολικής και της σχολικής ηλικίας, τους ομογενείς και τους ποικίλους μετανάστες που παροικούν στη χώρα μας.
Εκτός από την κοινή διαπίστωση για τη γλωσσική αδυναμία από την ελλιπή διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών, αποκρυσταλλώθηκαν δύο ευδιάκριτες τάσεις:
Η μία συζητεί την απόδοση των λειτουργικών κειμένων στη ΝΕ ως επιτακτική ποιμαντική ανάγκη για τη συμμετοχή του πληρώματος στη θεία λατρεία. Αρχίζει με τη μετάφραση της θείας λειτουργίας, σποραδικά εκφωνεί τα βιβλικά αναγνώσματα και το Προφητολόγιο από τις εγκεκριμένες μεταφράσεις και σπανιότερα αναγινώσκει στα ΝΕ τις ευχές από τα ιερά μυστήρια, του γάμου, της βάπτισης, του μεγάλου Αγιασμού, του εσπερινού της Πεντηκοστής.
Παράλληλα τονίζει την ανάγκη για τη συγκρότηση ειδικών επιτροπών, προκειμένου να αναληφθεί συγκροτημένη προσπάθεια και να δοθούν έγκυρες λύσεις στα μεταφραστικά και ερμηνευτικά προβλήματα.
Είναι αυτονόητο ότι η πρωταρχική φροντίδα οφείλει να προσανατολίζεται στα πεζά μέρη, όπου μία μετάφραση δε συνεπάγεται ριζική ανατροπή του λειτουργικού κειμένου. Σημαίνει αναλυτική σύνταξη, διατήρηση πολλών οικείων λειτουργικών όρων και φράσεων και προσεγμένο γλωσσικό ύφος. Διότι, όπως επισημαίνεται, πολλοί όροι είναι γνωστοί και ταυτισμένοι με τη λατρεία (π.χ Κύριε ελέησον, αμήν κλπ), όμως ο συντακτικός ρόλος έστω και γνωστών λέξεων μέσα σε κάθε πρόταση δεν αναγνωρίζεται (ποιο είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο κάθε μετοχής η του απαρεμφάτου) και γι’ αυτό δεν βγαίνει για τους Νεοέλληνες νόημα, όπως αποδεικνύεται και από τις εμπειρικές έρευνες.
Ως προς την υμνογραφία, εκεί χρειάζεται εκτός από μία φλογερή πίστη, περίσσιο ποιητικό τάλαντο και προσαρμογή του μέλους.
Μνημονεύουμε την άποψη του Καθηγητή Νίκου Ματσούκα (26) που δίδασκε ότι «η λειτουργική μας ποίηση είναι ένα αριστούργημα τέχνης που εκφράζει την εποχή του, ενώ οποιαδήποτε προσπάθεια για αποσύνδεσή του από τα στοιχεία της εποχής της (πχ γλώσσα) θα της αφαιρέσει το μεγαλείο της. Αυτά τα κείμενα θα πρέπει να διαφυλαχθούν ως μνημεία του πολιτισμού και της αγιοπνευματικής εμπειρίας. Στη λατρεία θα πρέπει να εισαχθούν καινούρια, που θα διαλέγονται με το σύγχρονο κόσμο με τις ίδιες πνευαμτικές προϋποθέσεις. Διότι δεν αρκεί να εξηγήσει κανείς τα λόγια των ύμνων, αλλά χρειάζεται για παράδειγμα να ερμηνεύσει και τη σημασία του Άδη και των καταχθονίων στις δοξασίες του αρχαίου κόσμου σε σχέση με την ανάσταση των νεκρών…».
Η άποψη ρηξικέλευθη. Επί του παρόντος όμως από την υμνογραφία και τον πλούτο των λειτουργικών κειμένων του νυχθημέρου ούτε η γλώσσα ούτε το κοσμοείδωλο γίνονται αντιληπτά για τους περισσοτέρους, είτε κληρικούς είτε λαϊκούς.
Οπωσδήποτε αυτά όλα τα θέματα θα πρέπει να αποτελέσουν το έργο μιας υπεύθυνης και φωτισμένης ειδικής επιτροπής, της οποίας το έργο, όταν αρχίσει, θα είναι μακροχρόνιο.
Η άλλη τάση παρακάμπτει την ανάγκη γλωσσικής κατανόησης και υποστηρίζει ότι:
-Η γλώσσα των κειμένων απέκτησε ιερότητα από την εμπειρία των αγίων και ταυτίστηκε με τα σημαινόμενά της, ως εκ τούτου δεν πρέπει να αλλοιωθεί
-Δεν είναι αναγκαία η πλήρης κατανόηση των κειμένων για τη μέθεξη του μυστηρίου. Προέχει η ασκητική ζωή και η κάθαρση που καθιστά τον πιστό άξιο για τη θέωση.
Προφανώς αυτή η προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει ένα γλωσσικό φαινόμενο με θεολογικά κριτήρια και εκ των πραγμάτων οδηγείται σε άτοπα συμπεράσματα.
Η περίπτωση, τηρουμένων των αναλογιών, μοιάζει σαν να επιδιώκουμε να προσδιορίσουμε ένα φυσικό φαινόμενο, π.χ. την εαρινή ισημερία με την Ασκητική Θεολογία και όχι με τα μέσα που διαθέτει η Αστρονομία. Βεβαίως, οι πιστοί παραδεχόμαστε ότι η κτίση είναι καλά λίαν δημιουργία του Θεού εκ του μηδενός, ότι ο άκτιστος Υιός και Λόγος του Θεού εισήλθε μέσα στη δημιουργία και η θεία οικονομία μετρήθηκε μέσα στον κτιστό χώρο και το χρόνο. Επίσης ότι η ανάμνηση όλων αυτών των σωτηριωδών γεγονότων της θείας οικονομίας και η βίωσή τους στο λειτουργικό «σήμερον» εν Αγίω Πνεύματι είναι θέματα πίστεως που τα εξετάζει η Θεολογία. Όμως ο χρονικός προσδιορισμός του Πάθους του Χριστού του εορτασμού του Πάσχα παραμένει αντικείμενο της Αστρονομίας.
Η επιστήμη της Γλωσσολογίας θα μπορούσε να διευκολύνει τη συζήτηση με τα εξής:
-Η γλώσσα μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο, που σημαίνει ζωντάνια και δυνατότητα να εκφράζει τις ανάγκες της παρούσης όπως και της παρελθούσης γλωσσικής κοινότητας. Η Ελληνική σε όλα τα στάδιά της εξέφρασε υψηλά νοήματα, βαθύτατες υπαρξιακές αναζητήσεις, τραγικά πάθη, καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Εξέφρασε προ πάντων τον Αποκαλυπτικό λόγο και μάλιστα σε μία άκρως περιφρονημένη της μορφή, επονομαζόμενη «χυδαία» (vulgaire) (27).
-Η Νεοελληνική είναι εξίσου πλούσια και καλλιεργημένη, για να αποδώσει τα λειτουργικά κείμενα. Σημειώνεται ότι απαριθμεί δύο βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα είναι δεδομένη και η μετάφραση είναι θέμα των ειδικών και του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος. Επ’ αυτού το παράδειγμα των Πατέρων είναι σαφές: επαρκής γνώση της Ελληνικής και ζέουσα πίστη(28).
-Δεν υπάρχει γλώσσα ιερή. Όλες οι γλώσσες του κόσμου είναι όντως ένα δώρο του Θεού (29) που χαρακτηρίζει την ποικιλία των ανθρώπων και τις πολιτιστικές τους ιδιαιτερότητες. Δεν είναι ιεροί οι κανόνες της φωνητικής, της γραμματικής και του συντακτικού, οι φθόγγοι, οι λέξεις , ο τονισμός των λέξεων και ο επιτονισμός των φράσεων. Ιερό μπορεί να είναι το περιεχόμενο των κειμένων, το νόημα των λέξεων και των προτάσεων.

 -Στην ιστορία των θρησκειών ορισμένες γλώσσες θεωρήθηκαν ως ιερές, γιατί σε αυτές καταγράφηκαν κάποτε τα ιερά τους κείμενα Με την πάροδο όμως του χρόνου μόνον λίγοι κατέληξαν να τις γνωρίζουν, οι οποίοι στη συνέχεια ερμηνεύουν το ιερό περιεχόμενο των κειμένων στους πιστούς (πβ σανσκριτική/ βέδες, αραβική 7ου αι. /Κοράνι, Π. Διαθήκη εβραϊκή/ μεταφράσεις Ταργκούμ στην αραμαϊκή).

Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αξιοσημείωτη η επιτακτική διαμεσολάβηση των λειτουργών που γνωρίζουν αυτές τις κλασικές γλώσσες και ο πανίσχυρος ρόλος τους σε θέματα σωτηρίας των πιστών.

Στη δική μας παράδοση η στάση των θεοφόρων Πατέρων του 4ου αι απέναντι στην Κοινή της Γραφής είναι καθοριστική. Δεν την θεώρησαν ιερή, παρόλη την ανυπέρβλητη ιερότητα του περιεχομένου της, αλλά χωρίς δισταγμούς υιοθέτησαν τον αττικισμό και τα ρητορικά παραγγέλματα των ειδωλολατρών, για να ευαγγελιστούν τα έθνη.
-Μία «μέθεξη του μυστηρίου χωρίς τη γλωσσική κατανόηση», όπως υποστηρίζεται, οδηγεί στο εύλογο ερώτημα: γιατί κάποτε ήταν κατανοητά τα λειτουργικά κείμενα και ποια είναι η διαφορά της μέθεξης με γλωσσική κατανόηση από τη μέθεξη χωρίς γλωσσική κατανόηση;
Η Εκκλησία κηρύττει και διδάσκει το μέγα μυστήριο της πίστεως με κάθε μέσο: με τα σύμβολα, την αρχιτεκτονική, την αγιογραφία, την υμνογραφία, το κήρυγμα, τους βίους των αγίων, την ανυπέρβλητη λατρεία της και καλεί τους πιστούς μετά καθαρού συνειδότος να συμμετάσχουν στο αποκορύφωμα της μέθεξης θείου και ανθρώπινου, στη θεία ευχαριστία.
Όμως είναι άξιο απορίας πως ετοιμάζεται ένα νέος «να απολαύσει την ουράνια μυσταγωγία, να χορεύσει με τα σεραφείμ και να γίνει ένα με τον Δεσπότη (30)», όταν μεταφράζει τον Χερουβικό ύμνο ως εξής (31):
Οι τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες:
-αυτοί που κάνουν τις εικόνες των μυστικών Χερουβείμ ( Γυμν)
- οι μυστικοί πράκτορες του Θεού (Γυμν.)
-οι τα Χερουβείμ εικονίζονται μυστικά και με την ψυχή τους τραγουδούν τον τρισάγιο (Γυμν.)
- οι άγγελοι μυστικά εικονίζουν και ζωοποιούν την Αγία Τριάδα και τραγουδούν ύμνους. Αυτοί οι άγγελοι χάσαν τη ζωή τους και ο βασιλιάς τους υποδέχτηκε (Γυμν).
-όπως τα Χερουβείμ εικονίζονται μυστικά και όπως το τρισάγιο ύμνο στην Αγία Τριάδα δίδομε, έτσι πρέπει να διώξουμε κάθε βιωτική μέριμνα και όλοι μαζί να υποδεχτούμε τον βασιλιά (Γυμν.).
-τραγουδούν ύμνους για τις καθημερινές ανάγκες των ανθρώπων (Γυμν)
-τα Χερουβείμ εικονίζουν μυστικά και τριγυρίζουν την Αγία τριάδα ψάλλοντας ύμνους (Γυμν.).
-εμείς που παρουσιάζουμε με τρόπο μυστικό τα Χερουβείμ, ας αναλάβουμε κάθε φροντίδα για τη ζωή (Λυκ.).
--τα Χερουβείμ εικονίζουν μυστικά και τριγυρίζουν την Αγία Τριάδα ψάλλοντας (Λυκ.).
Η υμνογραφία της Εκκλησίας μας αποτελεί μία απαράμιλλη δημιουργία που αποτελεί καρπό των δωρεών του Αγίου Πνεύματος. Στηρίχτηκε στη βαθειά γνώση των Γραφών, στη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων και στην πατερική σκέψη.
Προσέλαβε το κοσμοείδωλο της εποχής(32), κωδικοποιήθηκε στην κλασσική αττική και κοσμήθηκε με τους ωραιότερους εκφραστικούς τρόπους της ρητορικής. Οι ύμνοι και οι ευχές κηρύττουν το Ευαγγέλιο της χάριτος και της σωτηρίας, διδάσκουν τις αλήθειες της πίστεως, οικοδομούν πνευματικά τους πιστούς και τους δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε να συνεργήσουν στην εξαγιαστική χάρη του Αγίου Πνεύματος και να καρποφορήσουν στη ζωή τους οι δωρεές του.
Σήμερα είναι πολλοί λίγοι εκείνοι που κατανοούν αυτά τα θαυμάσια κείμενα που γράφηκαν για να είναι κατανοητά. Η συντριπτική πλειοψηφία αντιλαμβάνεται τη σημασία τους κατά προσέγγισιν, κατ’ αναλογίαν η κατά το δοκούν. Πολλοί προβάλλουν το επιχείρημα της λαϊκής ευσέβειας. Όμως η σύγχρονη μαρτυρία και η βίωση της Ορθοδοξίας εντάσσεται σε τελείως διαφορετικά κοινωνικά πλαίσια. Εξάλλου και η λατρεία μας δεν καθιερώθηκε και δεν προσφέρθηκε ανά τους αιώνες στις ιεραποστολικές εκκλησίες με σύμβολα, κινήσεις εικόνες, μελωδίες και ακατανόητα λόγια(33).
Διότι ο πιστός που ευρίσκεται μέσα στο ναό αποτελεί με όλους τους άλλους πιστούς μία σύναξη που διαρκώς καλούνται να εύχονται για όσα σε κάθε στιγμή χρειάζεται να γίνουν(34), ώστε από κοινού με το λειτουργό να επιτελείται η θεία ευχαριστία:
«έτι προσφέρομέν σοι τήν λογική ταύτην και άναίμακτον λατρείαν και δεόμεθα και ικετεύομεν κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τά προκείμενα δώρα ταύτα… καί ποίησον…».

Υποσημειώσεις

1. Διδώς Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1981, σελ.15.
2. Βλέπε Δήμητρας Κούκουρα, Εκκλησία και γλώσσα, Επικοινωνιακή προσέγγιση, Εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 23-39, 105145.
3. Στη διάρκεια του Οθωμανικού ζυγού οι περισσότερες λέξεις η εκφράσεις που πέρασαν στην καθημερινή ομιλία προέρχονται από τη θεία λειτουργία και τις οικείεςν ακολουθίες της Μ. Εβδομάδος και του Πάσχα και από τη νεκρώσιμη.
4. Βλέπε περισσότερα Δημ. Λουκάτου, Παροιμιογραφική και παροιμιολογική εργογραφία, Εισαγωγή-Επιμέλεια Αριστείδης Δηλαβέρας, Πορεία, Αθήνα, σ. 108-109. Επίσης Κούκουρα Εκκλησία σ.128-129. Βεβαίως η Σοφία Αντωνιάδου στη θαυμάσια μελέτη της για τη θεία Λειτουργία υπογραμμίζει ότι το λειτουργικό κείμενο διατηρήθηκε μέσα σε τόσους αιώνες και είναι κατανοητό σε γενικές γραμμές (Sophie Antoniadis, Place de la Liturgie dams la tradition des letters grecques, Leiden 1939. Ωστόσο οι διαπιστώσεις της χρονολογούνται πριν από επτά δεκαετίες και αναφέρονται περισσότερο στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία και τη λαϊκή ευσέβεια που είχε αναπτυχθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο στους προηγούμενους αιώνες.
5. Απαντήσεις μαθητών Γυμνασίων και Λυκείων από διάφορες περιοχές της χώρας σε ερωτηματολόγια. Κούκουρα, Εκκλησία σ. 132..
6. Ορισμοί της γλώσσας απαντούν πολλοί, ανάλογα με τον κλάδο των επιστημών που την μελετούν η ενδιαφέρονται γι αυτήν. Στη Γλωσσολογία κυριαρχεί η τριμερής διάκριση του Saussure langage (έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου για γλωσσική επικοινωνία, με κύριο χαρακτηριστικό τη διπλή άρθρωση, φωνήματα/μονήματα (λέξεις), langue (αφηρημένο σύστημα σημείων και κανόνων που γνωρίζει ο ομιλητής μιας γλώσσας, parole (ομιλία, ο τρόπος που ο κάθε ομιλητής πραγματώνει τους κανόνες της langue).
7. Για τη βίωση του μυστηρίου οπωσδήποτε συμβάλλουν και άλλοι σημαντικοί παράγοντες με τη δική τους «γλώσσα» μέσα στον ιερό ναό: η αρχιτεκτονική διάταξη, οι αγιογραφίες, το μέλος, το τυπικό, τα δρώμενα. Όμως αυτά συμπληρώνουν και ενισχύουν το λειτουργικό κείμενο, το οποίο διατυπώθηκε πρωτίστως σε μια γλωσσική μορφή που στο παρελθόν ήταν προσιτή.
8. Ιστορια της Ελληνικής Γλώσσας, Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Επιστημονική επιμέλεια Α.Φ. Χριστίδης Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών 7η Έκδοση 2010
9. Πβ γλώσσα ομηρικών κειμένων ( 8ος πΧ αι), αρχαιοελληνικοί διάλεκτοι κλασσικών χρόνων (5ος αι. αττική, ιωνική, δωρική, αιολικοί), Ελληνιστική Κοινή 3ος πΧ-3ος μΧ αι., προφορική δημώδης του Βυζαντίου(4ος αι -11ος/12ος αι), Νεοελληνική (απαρχές 11ος/12ος αι. έως σήμερα)..
10. Εδώ εννοείται με τον όρο της langue
11. André Mirambel, Introduction au grec moderne, Maisonneuve, paris, 1948, p. 25
12.
Η ΝΕ είναι αναλυτική, διότι έχει καταργηθεί η χρήση του απαρεμφάτου και της μετοχής της ΑΕ. Στη ΝΕ η σκέψη ξεδιπλώνεται με κύριες και δευτερεύουσες προτάσεις.
13. Για το φιλολογικό ρεύμα του Αττικισμού βλέπε περισσότερα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική Γραμματική, Ιστορική Εισαγωγή, Αθήνα 1938 και ειδικότερα για την αντιμετώπιση της Κοινής των Ευαγγελίων από τους αττικιστές ρήτορες και φιλοσόφους στο έργο του ιδίου, Τα Ευαγγέλια και ο Αττικισμός, Γράμματα Αλεξανδρείας 2 (1913) σ.149-155 ).
14. Για τη γλωσσική πολιτική των Καππαδοκών και του Ιερού Χρυσοστόμου τον 4ο αι. απέναντι στους ρήτορες και τους φιλοσόφους και την κυριαρχία της Β’ Σοφιστικής στους κύκλους των διανοουμένων, βλέπε Δήμητρας Κούκουρα, Η Ρητορική και η Εκκλησιαστική Ρητορική. Διαχρονική Μελέτη, Εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 2003, σ.199-281.
15. Η Α’ Σοφιστική εγκαινιάστηκε με τον Γοργία (5ος αι. π.Χ.) και εισήγαγε διδακτικές μεθόδους για τη μόρφωση των νέων (εγκύκλιο παιδεία), ενώ η Β που αποτελεί συνέχειά της με διακοπές μέσα στο χρόνο προτίμησε τη μίμηση των κλασσικών προτύπων. Οι εκπρόσωποί της Β’ είναι φημισμένοι ρήτορες ανάμεσα στους οποίους ο Λιβάνιος, διδάσκαλος του Ιερού Χρυσοστόμου (4ος αι. Αντιόχεια).
16. Πρόκειται για τη γνωστή εγκύκλιο παιδεία που εγκαινιάστηκε στην κλασσική Αθήνα από το Γοργία τον 5ο αι. και είναι γνωστή ως εγκύκλιος παιδεία. Περιλάμβανε την τρικτύ των μαθημάτων (γραμματική, ρητορική, διαλεκτική) και την τετρακτύ (αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική). Οι Λατίνοι την παρέλαβαν ατόφια ως trivium και quadrivium και από εκείνους διαδόθηκε στους υπόλοιπους λαούς της Ευρώπης.
17. Averil Cameron, Christianity and the Rhetoric Empire, University of California Press, 1991p.33
18.
Ο σπουδαιότερος ρητοροδιδάσκαλος της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κατά τον 2ο αι..
19. Θεωρία για το ύφος, Οι ιδέες δηλώνουν αρετές και επιλογές του ύφους.
20. Η οριοθέτηση της απαρχής της Νεοελληνικής είναι δύσκολη. Κυμαίνεται από τον 12ο αι έως τον 15ο . Βλέπε Hans-Georg Beck, Ιστορία της Βυζαντινής Δημώδους Λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988, σ.31-63.
21. Κούκουρα, Ρητορική σ. 148-150
22. Η χρήση δύο γλωσσών (διγλωσσία) είναι τεχνητή. Βλέπε
C.A. Ferguson, Diglossia, Word 15, 1959, p. 325-40.
23. Robert Browning, Medieval and Modern Greek, London 1969
και του ιδίου The Language of Byzantine Litterature, Byzantina kai Metabyzantina, London 1978, Volume one, The ‘Past’ in Medieval and Modern Greek Culture. 24. Εάν πάρουμε ως παράδειγμα τον Ιωάννη Χρυσόστομο (4ος αι.) από τη μητέρα του διδάχτηκε την όψιμη μορφή της προφορικής Κοινής που μιλιόταν στην Αντιόχεια, ενώ από την εγκύκλιο παιδεία έμαθε την κλασσική Αττική. Δίπλα στο Λιβάνιο διδάχτηκε την τέχνη της Ρητορείας. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός έχει μητρική τη Συριακή, πιθανόν γνώριζε και τη προφορική δημώδη της εποχής και ως γλώσσα παιδείας είχε την κλασσική Αττική. Και οι δύο την χρησιμοποιούν τους κανόνες της στο γραπτό λόγο, επιλέγοντας ρητορικά σχήματα κατά το προσωπικό τους κριτήριο και χάρισμα, με στόχο την πρόσληψη του σωτηριώδους μηνύματος του ευαγγελίου
25. Πβ «έθελξας πόθω με, Χριστέ, και ηλλοίωσας τω θείω σου έρωτι. Είναι αμφίβολο αν οι πιστοί που προσέρχονται να μεταλάβουν κατανοούν την ευχή, εφόσον βεβαίως την ακούσουν. Όταν κάποτε αποδόθηκε στη νεοελληνική και ερμηνεύθηκε αναλογικά η προσωπική σχέση του Χριστού με τον άνθρωπο, αρκετοί από το εκκλησίασμα «σκανδαλίστηκαν» λέγοντας: ε όχι και ο Χριστός να είναι ερωτευμένος με τον άνθρωπο! Ορισμένοι εξάλλου φρονούν ότι αυτά δεν είναι ανάγκη να τα γνωρίζουν όλοι. Όμως η Εκκλησία τα προσφέρει για όλους!
26. Ονομαστός καθηγητής της Δογματικής στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ (+7-5-2006)
27. Βλέπε Τριανταφυλλίδη, Άπαντα σ.17
28. Κούκουρα, Ρητορική σ. 233 και εξ.
29. Langage : Έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να επικοινωνεί γλωσσικά με τους άλλους ανθρώπους. Φαινόμενο παγκόσμιο που ταυτίζεται με τον ίδιο τον άνθρωπο Langue: αφηρημένο σύστημα σημείων και κανόνων που το διδάσκεται ο κάθε ομιλητής από τη μητέρα του, το περιβάλλον του και το σχολείο του και το διαφυλάσσει στον εγκέφαλό του. Αυτός ο θησαυρός του επιτρέπει να επικοινωνεί με τους συνομιλητές του που χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα. Βλέπε Saussure, Cours p.22-32
30. «’Eννοησον οίας απολαύεις μυσταγωγίας ο μεμυημένος συ, μετά τίνων αναπέμπεις το μυστικόν μέλος εκείνο, μετά τίνων βοάς τόΤρισάγιος. Δίδαξον τους έξωθεν, ότι μετά των σεραφείμ εχόρευσας, ότι εις τον δήμον των άνω τελείς ότι εις τον χορόν ενεγράφης τον των αγγέλων, ότι τω δεσπότη διελεχθης , ότι τω Χριστώ συνεγένου» Ιω. Χρυσόστομος PG 51, 179.
31. Απαντήσεις μαθητών Γυμνασίων-Λυκείων σε ερωτηματολόγια, Κούκουρα, Εκκλησία σ.134-140.
32. Πχ τριμερής διάταξη του κόσμου:ουρανός, γη και καταχθόνια
33. «Αναγκαίον δε άνωθεν κατά μέρος επελθείν των ψαλμωδιών τα ρήματα, εκείνο δε πρότερον ειπόντας ότι το μυστήριον της του θεού οικονομίας σημαίνεται μεν δια της θυσίας αυτής, σημαίνεται δε και δια των προ αυτής της θυσίας και των μετά την θυσίαν τελουμένων και λεγομένων» Νικολάου Καβάσιλα, Εις την θείαν λειτουργίαν, ΙΖ’, 1, Φιλοκαλία των Νηπτικών και των ασκητικών, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Επιμέλεια Παν. Χρήστου, Ν. Ζήση, Θεσσαλονίκη 1079, σελ. 98
34. «Προ δε τούτο τους περιστώτας πιστούς εύχεσθαι κελεύει υπέρ ων εύχεσθαι τότε δει» Καβάσιλα Εις την θείαν λειτουργίαν, Κστ’, 2, σ. 132. 

Το παρόν κείμενο αποτελεί εισήγηση στο Γ΄ Πανελλήνιο Διεπιστημονικό Συνέδριο με θέμα "Επιστήμη και Θρησκεία: Μεταξύ διαλόγου και πολεμικής", που διοργάνωσε ο Σύλλογος Μεταπτυχιακών φοιτητών και Υποψ. Διδακτόρων του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ "Απόστολος Ιάσων ο Θεσσαλονικεύς" (30 Μαΐου-1 Ιουνίου 2012, Ι.Μ. Θεσσαλονίκης).