Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

ΟΡΘΟΟΔΟΞΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ

Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, Δρ. Θεολογίας

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε το έτος 2007 στο περιοδικό "Το Τάλαντο" (τεύχ. 56) που εκδίδεται υπό την προνοία της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου. 

     
Ο όρος «δόγμα» έχει ποικίλες έννοιες στον ευρύτερο επιστημονικό κόσμο, είτε φιλοσοφικό, οικονομικό ή πολιτικό. Συνήθως εκφράζει αρνητικό περιεχόμενο[1]. Αντιθέτως στην ιστορία της Εκκλησίας το δόγμα είναι η διδασκαλία για το περιεχόμενό της ζωής της. Τα δόγματα ή Όροι, όπως ονομάζονται στις Οικουμενικές Συνόδους, αποτελούν μία οριοθετημένη έκφραση της αλήθειας που αποκαλύφθηκε δια του Σαρκωμένου Λόγου του Θεού. Παρουσιάζονται στην Εκκλησία τη στιγμή που την καθολικότητα[2] και την ενότητά της έρχεται να απειλήσει η απολυτοποίηση ενός μέρους της αλήθειας της.  Όταν, δηλαδή, μία ομάδα πιστών επιλέγει να ακολουθήσει ένα τρόπο ζωής διαφορετικό από το υπόλοιπο εκκλησιαστικό σώμα.


Με βάση τα παραπάνω δημιουργείται η αίρεση που χαρακτηρίζεται ως το αντίθετο της καθολικότητας του Μυστικού Σώματος του Χριστού. Ουσιαστικά η αίρεση, η  «φθοροποιός δοξασία» , κατά τον χαρακτηρισμό του εκκλησιαστικού συγγραφέα Ευσεβίου, απολυτοποιεί ένα κομμάτι του είναι της αλήθειας με νοησιαρχικό τρόπο, εγωπαθή διάθεση και ενέργεια. Βέβαια ο κίνδυνος υφίσταται εντονότερα, εφόσον η αίρεση δεν εμμένει σε θεωρητικές νόρμες, αλλά διαδίδεται στο πλήρωμα των πιστών και αποκτά πρακτικές συνέπειες. Με άλλα λόγια όταν κινδυνεύει η οντολογική πραγματικότητα της κατά χάρη θέωσης του ανθρώπου.
     
Οι αιρέσεις γενικότερα έχουν ως πηγή τους προϋπάρχοντες τύπους ζωής, όπως και διδασκαλίες πρίν ή μετά το χριστιανισμό. Οι σημαντικότερες επιρροές κυοφορούνται από την μήτρα του αρχαίου ιουδαϊσμού και ελληνισμού. Ο πρώτος αρνούμενος το έργο του Χριστού και την πραγματικότητα της ενανθρωπήσεως του Λόγου και συνεπώς και της τριαδικότητας του Θεού, βοήθησε ώστε να αναπτυχθεί ο μοναρχιανισμός, τροπικός ή δυναμικός, απορρίπτοντας ουσιαστικά ότι ο Χριστός είναι  «ο Υιός του Θεού του Ζώντος»[3]. Από την άλλη ο ελληνικός τρόπος σκέψης αποτέλεσε στον αρχέγονο, αλλά και στον μετέπειτα χριστιανισμό, το εφαλτήριο για τη δημιουργία των πλείστων χριστολογικών και τριαδολογικών αιρέσεων, όπως για παράδειγμα του δοκητισμού, του μανιχαϊσμού, του αρειανισμού κ.α.


Σε τούτη την απειλή η Εκκλησία αντέδρασε με την οριοθέτηση της διδαχής της. Με τοπικές συνόδους πρωταρχικά και μετέπειτα με τις οικουμενικές –μέσο δημοκρατικών διαδικασιών– διασφάλισε τη διδασκαλία της και θέσπισε κανόνες για τη λειτουργική ευταξία των μελών της. Και στις δυο περιπτώσεις δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την οντολογική εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου και την σταδιακή μεταμόρφωση της κτίσης ολάκερης. Ουσιαστικά η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού υπήρξε η αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού στον κόσμο. Και όπως αναφέρει με ενάργεια ο Μ. Αθανάσιος «Ούτος (ο Χριστός) γαρ ενηνθρώπησε, ινά ημείς πάντες θεοποιθώμεν»[4]. Δηλαδή η ενανθρώπηση εκφράζει το σκοπό της ανθρώπινης φύσης, τη θέωση, την ολοκληρωμένη ελεύθερη κοινωνία συγκατάβασης και αγάπης με το Θεό.
    
Οι πατέρες των Συνόδων βιώνοντας την ορθόδοξη θεολογία και «γευόμενοι τη θέα του άκτιστου θείου φωτός»[5] έθεσαν τις βάσεις και τα κριτήρια για την ορθόδοξη πνευματικότητα. Στηρίζονταν πάντα στο περιεχόμενο της πίστης, το οποίο σαρκώνεται και αποτυπώνεται σε όλους τους τύπους και τις πράξεις της εκκλησιαστικής ζωής, στην τέχνη, στη λατρεία, στα τοπικά έθιμα, στους κανόνες και στις αποφάσεις των συνόδων. Η Εκκλησία φροντίζει να κρατά πάντοτε την αλήθεια στον τρόπο ζωής της. Και όπως σημειώνει παραστατικά ο Ν. Ματσούκας «η δογματική διδασκαλία ζωντανεύει την εικόνα του ιδίου κοινού σώματος της παράδοσης»[6]. Η σαφέστερη διατύπωση των δογμάτων βοηθά την ίδια την Εκκλησία να διαφωτίζει τα μέλη της στην πορεία τους προς το καθ ομοίωσιν και στην αποφυγή και θεραπεία κάθε αρρωστημένης παρουσίασης της αλήθειας.


Άλλωστε η σωτηρία επιτυγχάνεται μέσα από την ευχαριστιακή βιωματική πραγματικότητα του εκκλησιαστικού σώματος και σε καμία περίπτωση από την ιδεολογικοποίηση της πίστης. Γι’ αυτό τελικά δεν μπορεί να υπάρξει ορθοδοξία δίχως ορθοπραξία, πράγμα που υπογραμμίζεται με ενάργεια στην καθολική επιστολή του αγίου Ιακώβου «ποιο είναι το όφελος, αδελφοί μου, αν κάποιος λέει ότι έχει πίστη, δεν την αποδεικνύει όμως με έργα;»[7].

Οι θεόπτες Πατέρες με την προσπάθειά τους να  διασφαλίσουν από την μια την εκκλησιαστική αλήθεια και από την άλλη να αποκρούσουν τις πλάνες των αιρετικών κατάφεραν να δώσουν την μαρτυρία του καινού κόσμου του ευαγγελίου στην οικουμένη. Επειδή  οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν την ορολογία και την ορολογία της φιλοσοφίας, οι θεόπνευστοι πατέρες απαντούσαν με όρους της θύραθεν παιδείας, χρησιμοποιώντας το φιλοσοφικό λόγο ως εξωτερικό ένδυμα των βαθύτατων θεολογικών πραγμάτων. Η οργανική τούτη αφομοίωση της φιλοσοφίας αναδεικνύει την μαρτυρία του χριστιανισμού στην ιστορία.
Αποκαλύπτει ένα ζωντανό οργανισμό, την Εκκλησία, που διατηρεί πάντοτε τα θετικά στοιχεία των πολιτισμών, μεταμορφώνοντας τα εν Χριστώ Ιησού και αποκόπτοντας τα φθοροποιά «ζιζάνια». Ουσιαστικά δημιουργεί τα δικά της ποικίλα μνημεία, παράγοντας πολιτισμό και μένοντας πιστή στα λόγια του Κυρίου «Ότι είναι το αλάτι για την τροφή, είστε κι εσείς για τον κόσμο. Αν το αλάτι χάσει την αρμύρα του πώς θα την ξαναποκτήσει;»[8].






[1] Σε τούτο το σημείο θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τη διαφορά και τη διάκριση ανάμεσα στο δόγμα και στο δογματισμό. Όπως ορθά υποστηρίζει ο καθ. Ν. Ματσούκας «το δόγμα αποκρούει κάθε ιδεόληπτη κυριαρχικότητα του δογματισμού…το δόγμα είναι ο ίδιος τρόπος μιας ελεύθερης και δημιουργικής ζωής ή η συμμετοχή σε τούτη τη συντελεσμένη και συντελούμενη πραγματικότητα», Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, Πουρναράς 1999, σελ. 15
[2] Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες η έννοια της καθολικότητας ήταν ταυτόσημη με εκείνη της ορθοδοξίας. Με το πέρασμα των αιώνων όμως άρχισε να ταυτίζεται περισσότερο με εκείνη της οικουμενικότητας. Εν τέλει καθολικότητα, ορθοδοξία και οικουμενικότητα είναι έννοιες αλληλένδητες. Για περισσότερα βλ. τη διατριβή του νυν μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα,  Η Ενότις της Εκκλησίαςκατά τους τρεις πρώτους αιώνας.
[3] Κατά Ματθαίον 16,16.
[4] Μ. Αθανασίου, Λόγος περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου,  PG 4.
[5] Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Ενάντια στους Ευνομιανούς, PG 78.
[6] Ν. Ματσούκα Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β, Πουρναράς 1999, σελ 23.
[7] Επιστολή Ιακώβου 2,14.
[8] Κατά Ματθαίον 5,13.