Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ - ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ


Το ακόλουθο κείμενο εκφράζει τα σχόλια και τις προτάσεις για τη βελτίωση του ιεραποστολικού κειμένου της Πανορθοδόξου Συνόδου με τίτλο: "Η αποστολή της Ορθοδόξου εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω". Το κείμενο που δημοσιεύεται παρακάτω συντάχθηκε από 15 επιστήμονες θεολόγους, κληρικούς και λαϊκούς, που ασχολούνται με την εν Χριστώ μαρτυρία (ιεραποστολή) στον κόσμο. Ο ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Πέτρος Βασιλειάδης είχε την οργάνωση και συντόνισε όλες τις προσπάθειες για τη τελική σύνταξη του παρόντος κειμένου. Τα σχόλια και οι προτάσεις των θεολόγων απεστάλησαν σε όλες τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Το κείμενο δημοσιεύεται στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα.

ΣΧΟΛΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ 
ΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ 

Επί του προταθέντος κειμένου  "Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΣΥΓΧΡΟΝΩ ΚΟΣΜΩ"

Προς πάσας τας Ορθοδόξους Αυτοκεφάλους Εκκλησίας
Παναγιώτατε,
Μακαριώτατοι,
Σεβασμιώτατοι,
Και λοιπά μέλη των αντιπροσωπιών  των αγιωτάτων Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών στην συνερχόμενη τον Ιούνιο ενεστώτος έτους Αγίαν και Μεγάλην Σύνοδον της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Ως πιστά μέλη της Αγίας ημών Ορθοδόξου Εκκλησίας, αρχιερείς, ιερείς και λαϊκοί ασχολούμενοι επιστημονικά με την ιεραποστολική, οι οποίοι με πάθος αφιέρωσαν τις τελευταίες δεκαετίες την επιστημονική τους δραστηριότητα στην Ορθόδοξη κατανόηση της χριστιανικής μαρτυρίας, ταπεινά υποβάλλουμε τις σκέψεις και προτάσεις μας στις αρμόδιες επιτροπές των αγιωτάτων Ορθοδόξων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ενθαρρυνόμενοι από την απόφαση της κατά Ιανουάριον του 2016 Συνάξεως των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως διευρυνθεί η συνοδική διαδικασία με τη δημοσιοποίηση στο ευρύτερο κοινό όλων των συμφωνηθέντων κειμένων, των υποβληθέντων προς συζήτηση και τελική έγκριση από την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

     Είμαστε εξαιρετικά ευγνώμονες για την ευκαιρία αυτή, η οποία ενισχύει την συνοδικότητα της Εκκλησίας μας, με την ευκαιρία μάλιστα της πρώτης συγκλήσεως μιας πραγματικά Πανορθόδοξης Συνόδου μετά από τόσους αιώνες.
     Χωρίς να αρνούματε τη σημασία όλων των άλλων συμφωνηθέντων κειμένων, το κείμενο για την Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν των Συγχρόνω Κόσμω – το οποίο, εσκεμμένως υποθέτουμε, εμφανίζεται πρώτο στον κατάλογο, τον οποίον η Σύναξη των Προκαθημένων υπέβαλε στη Σύνοδο – είναι υψίστης και εξαιρετικής σημασίας. Όχι μόνο γιατί η Εκκλησία υπάρχει για τον κόσμο, και όχι για τον εαυτό της, αλλά και γιατί έρχεται σε μια ιστορική στιγμή, κατά την οποία όλος ο κόσμος, ανεξάρτητα από θρησκευτικές ή ακόμη και μη-θρησκευτικές πεποιθήσεις, έχει με ενθουσιασμό αποδεχθεί δύο παρόμοια ιεραποστολικά κείμενα: την περίφημη Αποστολική Προτροπή του Πάπα Φραγκίσκου "Evangelii Gaudium" (2013), και σχεδόν ταυτόχρονα τη νέα ιεραποστολική διακήρυξη της παγκόσμιας χριστιανικής ιεραποστολής: “Together towards Life: Mission and Evangelism in Changing Landscapes”.

     Ως εκ τούτου, θεωρήσαμε επιτακτικό μας καθήκον να συμβάλουμε με τις μικρές επιστημονικές μας δυνάμεις, ώστε μια Ορθόδοξη παρόμοια διακήρυξη, η πρώτη που θα απευθυνθεί urbi et orbi από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες με μια φωνή, να είναι όσο το δυνατό ανθρωπίνως τελειότερη.
     Έχοντας επίγνωση ότι βρισκόμαστε σε αρκετά προχωρημένο στάδιο αυτής της συνοδικής διαδικασίας αποφασίσαμε να περιορίσουμε τις παρατηρήσεις μας μόνο σε λίγες απολύτως απαραίτητες τις προτάσεις.
       Κατ΄αρχήν υιοθετούμε πλήρως όλες τις παρατηρήσεις σχετικά με την αποστολή, την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης της ομάδας των επιστημόνων, οι οποίοι συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του τ.έ., έπειτα από πρόσκληση της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου. Στην επιστολή μας αυτή δεν περιοριζόμαστε σε γενικές θεολογικές διατυπώσεις, αλλά προβαίνουμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, παρουσιάζοντας στην αρχή, εν είδει προοιμίου, τήν θεολογική θεμελίωσή τους, αναφέροντας στη συνέχεια την ακριβή θέση των πιθανών αλλαγών/προσθηκών, τόσο στο επίσημο ελληνικό πρωτότυπο κείμενο, όσο και σε μια ανεπίσημη αγγλική του μετάφραση, προς διευκόλυνση όσων δεν χειρίζονται επαρκώς την ελληνική. Για λόγους ευκολίας οι προτάσεις ενσωματώνονται με κόκκινα γράμματα στα παραπάνω κείμενα, ενώ  προστίθεται και με μπλε γράμματα (εντός παρενθέσεως αμέσως μετά) και η απαραίτητη θεολογική αιτιολόγησή τους.

Με άπειρο σεβσμό και εκτίμηση, υποβάλλεται υπό των: 
Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Kisumu Δυτικής Κένυας, Δρ.Θ. Αθανασίου AKUNDA  Πανοσιολογιωτάτου
Αρχ/του Δρ. Θ. Αναστασίου Elekiah KIHALI 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. π. Γρηγορίου EDWARDS 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. Γεωργίου LIACOPOULOS 
Αιδεσιμολογιωτάτου Πρεσβυτέρου Δρ. Θ. Koσμά (Ιωάνου) ΝGIGE  NJOROGE  
Δρ. Θ. Ευανθίας ΑΔΑΜΤΖΙΛΟΓΛΟΥ  
Ομοτίμου Καθηγητού Πέτρου ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ  
Δρ. Θ. Έβης ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ 
Ομοτίμου Καθηγητού Ivan DIMITROV  
Δρ. Θ. Rastko JOVIC 
Δρ. Θ. Nικολάου ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ 
Δρ. Θ. Eλένης KAΣΣEΛOUΡΗ 
Δρ. Θ. Δημητρίου KEΡAMIΔΑ 
Δρ. Θ. Θεοδοσίου KYΡIAKIΔΗ 
Δρ. Θ. Αθανασίου ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 
Δρ. Θ. Νικολάου ΤΣΙΡΕΒΕΛΟΥ

Αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής του σωτηρίου έτους 2016, έτους συγκλήσεως της  Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας



Προοίμιο



     Το εγκριθέν κείμενο με τίτλο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», αν και αποτελεί αναμφιβόλως θετική εξέλιξη με εξαιρετική σημασία, δίνει δυστυχώς  την εντύπωση ότι αγνοεί όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της Ορθοδόξου θεολογίας στον σύγχρονο επιστημονικό περί της χριστιανικής μαρτυρίας διάλογο, ιδιαίτερα στην επιστήμη της ιεραποστολικής. 

1. Η πρώτη μας παρατήρηση θεμελιώδους σημασίας για ένα κείμενο Ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας είναι η παράλειψη της επιβεβαίωσης της αποστολικής ευθύνης της Εκκλησίας, αρχής γενομένης με την βιβλική θεμελίωση αυτής ακριβώς της διάστασης της εκκλησιακής της ταυτότητας. Αυτό πιθανώς ήταν αποτέλεσμα της συγκεκριμένης απόφασης για απλή αναθεώρηση του συγκεκριμένου κειμένου, το οποίο αναφερόταν μόνο σε συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας της Εκκλησίας (την συμβολή δηλαδή της Ορθόδοξης Εκκλησίας κλπ). Τώρα, όμως, που το τελικό κείμενο καλύπτει το σύνολο της αποστολής/μαρτυρίας της Εκκλησίας, η παντελής έλλειψη αναφοράς στην Κυριακή επιταγή για ιεραποστολή θα δώσει την εντύπωση, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία υποβαθμίζει την ιεραποστολική της ευθύνη σε μια απλή επιλογή δευτερεύουσας σημασίας, και όχι σε πρωταρχική και επιτακτική υποχρέωσή της.

2. Επίσης, εξαιρετικής σημασίας είναι και η παραμέληση των Ορθοδόξων θεολογικών επιτευγμάτων στην παγκόσμια ιεραποστολή. Όλοι σχεδόν οι ιεραπόστολοι και οι θεωρητικοί της ιεραποστολικής σε όλο τον κόσμο μιλούν για την αποστολή της Εκκλησίας, χρησιμοποιώντας τον όρο «μαρτυρία», πολύ πιο περιεκτικό σε περιεχόμενο και σημασία από τον ξεπερασμένο πλέον όρο «αποστολή/ ιεραποστολή», ο οποίος επί πλέον θυμίζει την παλαιότερη επιθετική και μερικές φορές προσηλυτιστική δράση ορισμένων ιεραποστολικών ομάδων. Τον όρο «μαρτυρία»,  ως γνωστόν, εισηγήθηκαν κατά κύριο λόγο και σε μεγάλο βαθμό προώθησαν σημαίνοντες Ορθόδοξοι, κυρίως ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, και στη συνέχεια ο αείμνηστος π. Ion Bria, για να αναφέρουμε μόνο δύο από διαφορετικές Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες. Ο όρος αυτός αγνοείται, ως μη ώφελε, από το τίτλο του κειμένου. Για να μην αναφέρουμε βέβαια ότι ο όρος «αποστολή», εκτός από όλους τους σύγχρονους αρνητικούς συνειρμούς, δίνει σήμερα και την εντύπωση μιας αλαζονικής στάσης, ενώ ο όρος «μαρτυρία» ταιριάζει καλύτερα στο ήθος ταπείνωσης της Ορθοδοξίας.
    Ως αποτέλεσμα της προτίμησης του όρου «αποστολή» (αντί του όρου «μαρτυρία») αντικαταστάθηκε και ο υπότιτλος του κεφ. 6 στην πρωτότυπη προαναθεωρημένη έκδοση του 1986 «Προφητική Μαρτυρία…»! Θα αποτελούσε πραγματική συμβολή στην παγκόσμια ιεραποστολή, αν ο γενικός τίτλος του κειμένου μετετρέπετο σε: «Η Μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω», και ο υπότιτλος του κεφ. 6 σε: «Ἡ προφητική ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησία ὡς μαρτυρία ἀγάπης ἐν διακονίᾳ». Σημειωτέον, ο όρος «προφητική μαρτυρία" απαντάται ορθώς στην παρ. 9 αυτού του κεφαλαίου.

3. Στο ίδιο πνεύμα, αποτελεί άκρως επιτακτική ανάγκη μια Ορθόδοξη ιεραποστολική διακήρυξη να αναφέρει, ή ακόμη και να διερύνει, τον Ορθόδοξο, και πλέον ευρύτερα καθιερωμένο, όρο «λειτουργία μετά τη λειτουργία». Όπως και ο όρος «μαρτυρία», αποτελεί όρο με ιδιαίτερα πνευματικό περιεχόμενο, που χρησιμοποιείται από Ορθοδόξους (αρχικά από τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο και στη συνέχεια επιβλήθηκε παγκοσμίως στα διεθνή ιεραποστολικά fora). Η χρήση του δικαιολογείται επίσης από την αναφορά στην τελευταία παράγραφο του προοιμίου του κειμένου στην «ἐμπειρίαν καί διδασκαλίαν τῆς πατερικῆς, λειτουργικῆς καί ἀσκητικῆς της παραδόσεως (τῆς Ὀρθόδοξου Ἐκκλησίας)». Θα είναι, ως εκ τούτου, σκόπιμο η προαναφερθείσα παράγραφος να επαναδιατυπωθεί ως εξής: «...ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κατά τήν «λειτουργίαν μετά τήν λειτουργίαν», συμμετέχει...».

4. Τέλος, ενώ η κύρια θεολογική θεμελίωση του διαθρησκειακού διαλόγου στην παγκόσμια ιεραποστολή για πρώτη φορά διατυπώθηκε από έναν Ορθόδοξο, τον Μητροπολίτη του Όρους Λιβάνου του Πατριαρχείου Αντιοχείας, Georges Khodr, επί τη βάσει της ιδιαίτερης Ορθόδοξης θεολογίας περί «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος» (παράλληλα βεβαίως με την «οικονομία του Λόγου»). Στο κεφ. 1 του κειμένου ουδεμία θεολογική τεκμηρίωση παρατίθεται, ή ακόμα αφήνεται να εννοηθεί, και απλώς αναφέρεται, ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες «καλοῦνται νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν». Θα ήταν, ως εκ τούτου, θεολογικά πιο εύστοχο, εάν η σχετική πρόταση είχε επαναδιατυπωθεί ως εξής: Οι  Ορθόδοξες Εκκλησίες, «επί τη βάσει της ιδιαιτέρας αυτών θεολογικής παραδόσεως περί της «οικονομίας του Αγίου Πνεύματος» (παραλλήλως προς την «οικονομίαν του Λόγου»), καλοῦνται νά συμβάλουν…». Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι o διαθρησκευτικός («religious» ή «inter-religious») διάλογος (ο διάλογος δηλαδή μεταξύ των θρησκειών) είναι μια καθαρά κοσμική επιστημονική διαδικασία, και επιπλέον μπορεί έμμεσα να δώσει την εντύπωση ενός ανεπιθύμητου συγκρητισμού, ενώ ο διαθρησκειακός («inter-faith») διάλογος είναι ιεραποστολικός όρος, ο οποίος αναφέρεται σε μια από αγάπη συνάντηση με τους πιστούς των άλλων θρησκειών, κατά το παράδειγμα, μεταξύ άλλων, της συνάντησης και του διαλόγου του Ιησού Χριστού με την Σαμαρείτιδα.

5. Σε αντίθεση προς τους όρους των οικουμενικών συνόδων και τις λοιπές κανονικές διατάξεις, που κατά παράδοση αντλούν την θεολογική τους τεκμηρίωση από τα Κυριακά (ή, ελλείψει αυτών, τα παύλεια ή λοιπά βιβλικά) λόγια, η θεολογική τεκμηρίωση του κειμένου σε ορισμένα σημεία παραλείπει τις κατάλληλες βιβλικές αναφορές., Η έλλειψη, ειδικότερα, επακριβούς βιβλικής τεκμηρίωσης είναι εμφανής στην σχέση μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης, αν και υπάρχουν πολλά βιβλικά χωρία, τα οποία ευρέως χρησιμοποιούνται σε πατερικά κείμενα (π.χ. «δικαιοσύνη καί εἰρήνη κατεφίλησαν», Ψαλμ. 84/85,10, «καί ἔσται τά ἔργα δικαιοσύνης εἰρήνη, καί κρατήσει ἡ δικαιοσύνη...», 32,17, «γενέσθω δή εἰρήνη καί δικαιοσύνη», 39,8, κλπ). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πρώτη θεολογική τεκμηρίωση βασίζεται σε πολύ μεταγενέστερα πατερικά κείμενα. Στο κεφ. 2 (Ελευθερία και ευθύνη) παρ. 1, αν και υπάρχει η γνωστή παύλεια ρήση «Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5,1), το κείμενο  μεταπηδά στην Ομιλία 14 του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Ομοίως, στο κεφ. 3 (Ειρήνη και Δικαιοσύνη) παρ. 2 όλες οι ανωτέρω θεμελιώδεις παλαιοδιαθηκικές αναφορές για τη αδιάρρηκτη σχέση μεταξύ ειρήνης και δικαιοσύνης αγνοούνται, και η θεολογική θεμελίωση περιορίζεται στον...Κλήμεντα Αλεξάνδρειας. Η ανεπαρκής παλαιοδιαθηκική τεκμηρίωση του κειμένου πιθανώς να οδήγησε  και στην (σκόπιμη;) διαγραφή του όρου «Προφητική» από τον αρχικό υπότιτλο του κεφ. 6 (βλ. πιο πάνω 2).
      Θα ήταν, επομένως, προτιμότερο το κεφ. 2 να αρχίζει ως εξής: «Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. 5,1). Ἕν ἐκ τῶν ὑψίστων δώρων…», και στο κεφ. 3 η παρ. 1 να διατυπωθεί ως εξής: «Αὐτή αὕτη ἡ ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψις χαρακτηρίζεται υπό τε των Προφητών (Ναούμ 2,1) και του Αποστόλου Παύλου (Ἐφ. 6,15) ὡς «εὐαγγέλιον εἰρήνης», και ο αναμενόμενος Χριστός ὡς «άρχων εἰρήνης» Ησ. 9,5. Ζαχ 9,9εξ), διότι ὁ Χριστός...».

6. Η σχέση μεταξύ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανθρωπίνων ευθυνών, την οποίαν όλοι Ορθόδοξοι, ειδικά οι Ρώσοι, έχουν υποστηρίξει σε διεθνή οικουμενικά fora, αποτελεί ένα από τα δυναμικότερα σημεία του κειμένου. Εκείνο που προτείνουμε εδώ είναι η βελτίωσή του. Από τα ελλείμματα της νεωτερικότητας σε θέματα δικαιοσύνης, ειρήνης, ακεραιότητας της δημιουργίας, και παγκόσμιας οικονομίας, είναι σε κάποιο βαθμό αποτέλεσμα του ατομικισμού, με την επακόλουθη απόλυτη, άνευ όρων, την ανεξέλεγκτη ελευθερία του ατόμου σε όλες τις πτυχές της ζωής (σεξουαλική ελευθερία, νομικά κατωχηρωμένη ελευθερία στην συσσώρευση πλούτου κλπ), που σε ορισμένους αποτελεί την νέα πίστη κατά την νεωτερικότητα. Ως εκ τούτου, όπως ορθά υποστηρίζει το κείμενο, «ἐλευθερία ἄνευ εὐθύνης καί ἀγάπης ὁδηγεῖ τελικῶς εἰς τήν ἀπώλειαν τῆς ἐλευθερίας». Επιπλέον, η πιο απτή πτυχή αυτής της απώλειας της ελευθερίας έχει να κάνει με την ευρύτατα αποδεκτή στον δυτικό πολιτισμό Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχει πλέον γίνει σήμερα σαφές, ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» είναι άκρως αναποτελεσματικά, αν δεν συνοδεύονται από τις «ανθρώπινα ευθύνες». Ωστόσο, εκτός από την διαβεβαίωση ότι η «Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καταβάλλει πάσαν δυνατήν προσπάθειαν κλπ», απαιτείται μια διατύπωση, η οποία να αναφέρει, ότι οι αξίες και οι αρχές της δεν θα πρέπει απλώς να διακηρύσσωνται, αλλά και να αποκτήσουν διεθνή νομική κατωχύρωση υπό την μορφήν «Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Ευθυνών». Σε ένα ιεραποστολικό κείμενο μια τέτοια αναφορά στην αναγκαιότητα προώθησης νομικά κατοχυρωμένης διεθνώς «Οικουμενικής Διακήρυξης Ανθρωπίνων Ευθυνών», παράλληλα με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θα είναι μοναδική στην παγκόσμια ιεραποστολή.

7. Στο κεφάλαιο για την «ανθρώπινη αξιοπρέπεια» δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στις γυναίκες και την διακονία τους στην κοινωνία και την εκκλησία. Θα ήταν πραγματικά ελλιπές ένα σύγχρονο κείμενο αναφερόμενο στην αποστολή και μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εάν απέφευγε να επαναβεβαιώσει με σαφήνεια την θέση της για την αξιοπρέπεια των γυναικών, με δεδομένη μάλιστα την μοναδικότητα στην παράδοσή της του θεσμού των διακονισσών, ο οποίος έχει κανονική οικουμενικώς επιβεβαιωμένη ισχύ, η οποία ουδέποτε καταργήθηκε από μεταγενέστερη οικουμενική σύνοδο. Καλό θα είναι, ως εκ τούτου, η αναφορά στην «περιφρούρησιν τῆς ἀξίας καί τοῦ μεγαλείου τοῦ ἀνθρώπου», να συμπληρωθεί ως εξής: «ιδιαιτέρως μάλιστα των γυναικών, τας οποίας η πατερική και λειτουργική της παράδοσις δια του θεσμού των διακονισσών τοσούτον εξύψωσεν, ώστε καθιέρωσε την συμμετοχήν των εις την μυστηριακήν διακονίαν, δια κανονικών οικουμενικών αποφάσεων αι οποίαι ουδέποτε κατηργήθησαν».
     Συνιστάται, επίσης, στην αγγλική μετάφραση, και ενδεχομένως και σε άλλες μεταφράσεις του αρχικού ελληνικού κειμένου, ο περιεκτικός όρος «άνθρωπος» να αποδίδεται περιεκτικά (άνδρας και γυναίκα) ή να προτιμάται το τρίτο πληθυντικό αντί του ενικού αρσενικού γένους. Π.χ. στο κεφ. 6 παρ. 11, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι σήμερα η πλειονότητα των επιστημόνων εργαστηρίου είναι γυναίκες, είναι ταπεινωτικό για αυτές να αναφέρεται το κείμενο μόνο στους άνδρες επιστήμονες. Άς σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι η χρήση της ανθρωπολογικής περιεκτικής γλώσσας δεν παραβιάζει τη απόρριψη από Ορθοδόξους της περιεκτικής γλώσσας αναφορικά προς την θεότητα.

8. Αν και το κείμενο υπαινίσσεται τη σχέση μεταξύ οικονομίας και οικολογίας, δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη θεολογική ή επιστημολογική επιχειρηματολογία. Μία διακήρυξη περί της αποστολής της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν μπορεί να αγνοεί ότι οι διάφορες πτυχές των κλιματικών, οικολογικών, οικονομικών κρίσεων, καθώς και οι κρίσεις χρέους, είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες, με αποτέλεσμα σε πολλά μέρη του κόσμου να εμφανίζεται τόση ανθρώπινη δυστυχία, που θέτει σε κίνδυνο ακόμα και την επιβίωση των ανθρώπων. Είναι επιβεβλημένη ως εκ τούτου κάποια αναφορά στις συνέπειες της πλήρους απελευθέρωσης της αγοράς, της απορρύθμισης και της ανεξέλεγκτης ιδιωτικοποίησης αγαθών και υπηρεσιών, που εκμεταλλεύονται το σύνολο της κτιστής δημιουργίας, με αποτέλεσμα την αποδιάρθρωση των κοινωνικών προγραμμάτων και υπηρεσιών, αλλά και το άνοιγμα των οικονομιών πέραν των συνόρων με στόχο την ανεξέλεγκτη αύξηση της παραγωγήςις βάρος της ακεραιότητας της κτιστής δημιουργίας του Θεού.

9. Στην παρ. 3 του κεφ. 6 περί τηε «αποστολής της Εκκλησίας ως μαρτυρίας αγάπης εν διακονία», ο κείμενο θα ενισχύσει σημαντικά την αξιοπιστία του εάν σημαντικοί βιβλικοί θεσμοί, όπως το πρόγραμμα της λογείας του Αποστόλου Παύλου, και ίσως και άλλες παλαιοδιαθηκικές διατάξεις, αναφέρονταν ως η βιβλική της θεολογική θεμελίωση. Καλό θα ήταν, ως εκ τούτου, να γινεται αναφορά στο παράδειγμα της αρχαίας Εκκλησίας, ως εξής: «Καθοδηγούμενη υπό του παραδείγματος της αρχαίας Εκκλησίας, εις την οποίαν ίσχυε η κοινοκτημοσύνη και οι πιστοί «εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε» (Πράξ. 2,44-45, βλ. επίσης 5,1εξ), ή των διατάξεων της Π.Δ. περί παραγραφής των χρεών εις τους θεσμούς του σαββατιαίου και ιωβηλαίου έτους, ιδιαιτέρως δε του παυλείου προγράμματος της λογείας, υπέρτατος στόχος της οποίας ήτο «ὅπως γένηται ἰσότης, Β΄ Κορ. 8,14), η Εκκλησία πάντοτε εφρόντιζε για την ισοκατανομήν και την κοινωνίαν των υλικών αγαθών».

10. Υπάρχουν ορισμένες διατυπώσεις στο κείμενο, οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν εύλογες παρεξηγήσεις. Εδώ και αρκετό καιρό π.χ. η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχόταν ήπιες επιθέσεις σε όλα τα ιεραποστολικά fora για κάποιον υποτιθέμενο συμβιβασμό στην αδιαπραγμάτευτη ηθική αρχή, αλλά και θεμελιακή Κυριακή επιταγή, περί ειρήνης. Σε μερικές, μάλιστα, σπάνιες περιπτώσεις υπήρξε ανοιχτή μομφή για περιστασιακές ευλογίες όπλων. Για τον λόγο αυτό, το τελικό κείμενο στην παρ. 2 του κεφ. 4 (Η ειρήνη και η αποστροφή του πολέμου)  δεν θα πρέπει να δώσει αφορμή και καμία δικαιολογία να κατηγορηθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, ότι σχετικοποιεί την χωρις περιορισμούς ειρηνική της στάση. Προτείνεται, λοιπόν, η επαναδιατύπωση της σχετικής αναφοράς ως εξής: «Εἰς περίπτωσιν κατά τήν ὁποίαν ὁ πόλεμος καταστῇ ἀναπόφευκτος, ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει προσευχομένη καί μεριμνῶσα ποιμαντικῶς διά τά τέκνα αὐτῆς καί διά τήν ὑπεράσπισιν τῆς ζωῆς καί τῆς ἐλευθερίας αὐτῶν, καταβάλλουσα πᾶσαν προσπάθειαν διά τήν ταχυτέραν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καί τῆς ἐλευθερίας», διαγράγοντας δηλαδή, μόνον την δευτερεύουσα πρόταση: «τά ὁποῖα ἐμπλέκονται εἰς τάς πολεμικάς συγκρούσεις», χωρίς να αλλοιώνεται η βασική επιχειρηματολογία της προτάσεως. 
     Επίσης, στην παρ. 3 του κεφ. 4, όπου καταδικάζονται οι, εμπνεόμενοι από εθνικιστικά κίνητρα πόλεμοι, ο κατάλογος για τις συνέπειες δεν είναι πλήρης χωρίς αναφορά και στην «γενοκτονία» (πριν από την εθνοκάθαρση). Η παράλειψη της γενοκτονίας μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα, από ό,τι η συμπερίληψή της.
     Τέλος, στην παρ. 11 του κεφ. 6, η αναφορά στην υποχρέωση των επιστημόνων να σταματούν την έρευνά τους, όταν παραβιάζονται βασικές χριστιανικές και πανανθρώπινες αρχές, είναι δυνατόν να φέρουν άμεσα στη μνήμη την μεσαιωνική περίπτωση του Galileo Galilei. Καλό θα είναι, ως εκ τούτου, να επαναδιατυπωθεί η όλη πρόταση ως εξής: «ὁ ἐπιστήμων εἶναι μέν ἐλεύθερος νά ἐρευνᾷ, ἀλλά καί ὅτι ὀφείλει να μή παραβιάζει βασικάς χριστιανικάς καί ἀνθρωπιστικάς ἀρχάς». Επίσης, στην παρ. 14 η διατύπωση «θεολογικῆς θεμελιώσεως εἰς χριστιανικάς τινάς κοινότητας, μορφῶν συμβιώσεως»,  δίνει την εντύπωση ότι υπάρχουν Ορθόδοξοι θεολόγοι, που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Είναι προτιμότερη, ως εκ τούτου, η παράλειψη της λέξεως «θεολογικῆς». Αλλά πιο σημαντικη και απαραίτητη, προς αποφυγή παρερμηνειών, είναι η ακόλουθη προσθήκη στο τέλος της ίδιας παραγράφου: «Βεβαίως, η Εκκλησία είναι ανοικτή προς πάντας χωρίς διακρίσεις, κατά το παράδειγμα του Χριστού, όστις εξύψωσε τον τελώνην υπέρ τον Φαρισαίον (Λουκ. 18, 10-14), βεβαιών «ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Mατθ. 21,31). Σέβεται το ανθρώπινον πρόσωπον με τας αδυναμίας του και καλεί τους πάντας εις το θείον έλεος, το μεταμορφούν, αγιάζον και απελευθερούν από τον ζυγόν της αμαρτίας». 

11. Το κείμενο ορθώς εντοπίζει τις αιτίες του κακού στον κόσμο μας. Η αμαρτία προσδιορίζεται επιτυχώς ως η πραγματική αιτία του πολέμου, οοποίος αναγνωρίζεται ως σύμπτωμα της. Ωστόσο, αυτό το είδος ερμηνευτικής θα πρέπει επίσης να ακολουθείται και σε άλλες περιπτώσεις, όπως η φτώχεια, ή η σχέση μεταξύ οικονομίας και οικολογίας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα δώσει την εντύπωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζεται από μία αποκλειστικά εσωστρεφή και ουδόλως καθολική και ολιστική πνευματικότητα.

12. Μία Ορθόδοξη ιεραποστολική διακήρυξη, για να είναι συνεπής προς την μακραίωνη θεολογική της παράδοση, οφείλει να κάνει χρήση τριών σημαντικών Ορθοδόξων θεολογικών χαρακτηριστικών, που ελάχιστα παρουσιάζονται: του Αγίου Πνεύματος, της αγάπης, της λειτουργίας. Προτείνεται, ως εκ τούτου, να γίνει μία προσθήκη υπογραμμίζοντας αυτά τα χαρακτηριστικά στην παρ. 13 του κεφ. 6. Επίσης, Also, μία τουλάχιστον αυτοκριτική αναφορά, με δεδομένη μάλιστα την ύψιστη αρετή της ταπείνωσης. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός αποτελεί αρνητικό φαινόμενο που έχει αμαυρώσει την εικόνα και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρότι σε ακραίες μορφές του εμφανίζεται εκτός των κανονικών της ορίων, παρατηρείται εμφανώς και εντός αυτής, μετατρέποντας τον χαρακτήρα της πίστεως και της αγάπης σε ιδεολογία μίσους. Όταν μάλιστα εκδηλώνεται μεταξύ χριστιανών, αλλοιώνει την έννοια της εις Χριστόν μαθητείας, με εκδηλώσεις αναντίστοιχες προς Εκείνον, ο οποίος έδινε άφεση στους εχθρούς Του και ήταν ανοιτός προς πάντας. Μία τέτοια σημείωση θα πρέπει οπωσδήπωτε να προστεθεί στην παρ. 2 του κεφ. 2 (Ελευθερία και ευθύνη).