Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ


Ένα άρθρο μου που δημοσιεύτηκε πριν από 8 χρόνια στο περιοδικό "Το Τάλαντον"  της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου.

            Η χριστιανική πνευματικότητα, ως συνεχής αγώνας και σε καμία περίπτωση ως παγιωμένη κατάσταση, επικεντρώνεται στην καθημερινότητα, σπάζοντας τα στενά όρια συνόρων και φυλών. Ασπάζεται εμπειρικά την προ του Πάθους Αρχιερατική προσευχή του Ιησού Χριστού προς τον Θεό Πατέρα : «καθώς εμέ απέστειλας εις τον κόσμον, καγώ απέστειλα αυτούς εις τον κόσμον΄και υπέρ αυτών εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα ώσιν και αυτοί ηγιασμένοι εν αληθεία»[1]. Συνάμα, ενδυναμώνεται στη βρώση και την πόση του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου σε κάθε ευχαριστιακό Δείπνο[2] και συνεχίζει υπακούοντας στην τελευταία εντολή του Αναστημένου Ιησού : «πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη»[3]. Στην ουσία πρόκειται για την επέκταση του Μυστηρίου του «Χριστού» στη ζωή του κάθε χριστιανού. Συνεπώς, η ιερ-αποστολή είναι η συνέχεια της ζωντανής παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, είναι αυτή καθ’ εαυτή η συμμετοχή των πιστών στη ζωή του Κυρίου.
Η βιωματική αυτή κατάσταση θέτει a priori σε άμεση σχέση το «Μυστήριο των Μυστηρίων», με την μαρτυρία του καινούριου κόσμου που εγκαινιάζει η ιστορική παρουσία του Θεανθρώπου στη γη. Με λαγαρό τρόπο ο σημερινός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ.κ. Αναστάσιος τονίζει, ότι «είναι αδύνατον να μετέχει κανείς συνειδητά στη χριστιανική λατρεία, χωρίς άμεση σχέση με την παγκόσμια ιεραποστολή, και είναι αδύνατον να μετέχει σε μία πραγματική ορθόδοξη ιεραποστολή, χωρίς συνειδητή συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία»[4]. Το όλο θέμα φωτίζεται εναργά σε δύο παραμέτρους, τις οποίες αναπτύσσουμε ευθύς αμέσως.


Η πρώτη αναφέρεται στην κένωση του Λόγου του Θεού, η οποία πραγματοποιείται στην ιστορία, με σκοπό την υπαρξιακή απελευθέρωση του ανθρώπινου φυράματος από τα στενά δεσμά του θανάτου και την ενδελεχή κατά χάριν θέωσή του. Η Θεία Λειτουργία, που τελείται στους Ορθόδοξους ναούς, αναπαριστά συμβολικά - αφηγηματικά, με οντολογικό τρόπο, όλη την ιστορία της θείας οικονομίας. Η «διήγηση» του δράματος κορυφώνεται κατά τη διάρκεια της Αγίας Αναφοράς, όταν τα Τίμια Δώρα μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Όταν αυτή η αναίμακτη θυσία προσφέρεται για να λυτρώσει το σύμπαν κόσμο, λογικό ή άλογο. Η αποκλειστική εμμονή σωτηριολογικού και θριαμβολογικού περιεχομένου σε έναν περιορισμένο («κλειστό») αριθμό ανθρώπων αποτελεί εγωιστική συμπεριφορά, θυμίζοντας πλείστες φορές τη θεολογία «περί απολύτου προορισμού» του Καλβίνου[5]. Αντίθετα, η εκκλησιαστική πράξη και η θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας των 20 αιώνων αποκαλύπτει, ότι η Θεία Λειτουργία είναι από τη φύση της μαρτυρική, ιερ-αποστολική. «Είναι πολύ αμφίβολον, εάν μπορούμε να μετέχουμε και πραγματικά να ζούμε την Θεία Λειτουργία, όταν δεν αισθανόμαστε βαθειά, ότι η θυσία του Κυρίου μας και το απολυτρωτικό Του έργο -που λαμβάνει και πάλιν χώραν μυστικά κατά την τέλεσιν του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας- δεν προσεφέρθη αποκλειστικά για μερικά εκατομμύρια ανθρώπων, αλλά για όλον τον κόσμο»[6].

        Πρόκειται λοιπόν για το «σπάσιμο» της αυτάρκειας της φίλαυτης βούλησης και ενέργειας, η οποία συχνά υπο-κρύπτεται στο προσωπείο της ατομικής σωτηριολογίας (εγωκεντρικών προϋποθέσεων) και  της όποιας φυλετικής υπεροχής. Όπως με παρρησία τονίζει ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ.κ. Ιγνάτιος, «αν πάψουμε να αυτονοούμαστε και να έχουμε τον εαυτό μας ως κέντρο του κόσμου, αν κατανοήσουμε ότι στο πρόσωπο του σαρκί τεχθέντος Θεανθρώπου ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύσι, τότε θα καταλάβουμε εις βάθος ότι Αυτός ο Κύριος στου οποίου το πρόσωπο ενώθηκαν ο Θεός και ο άνθρωπος είναι η ειρήνη μας»[7]. Διότι, αποτελεί σχήμα οξύμωρο η προσέλευση στην Αγία Τράπεζα με έλλειψη μετάνοιας και η ταυτόχρονη -προς τον πλησίον- απουσία κινήτρου μαρτυρίας της ειρήνης του Κυρίου. «Είναι ακόμη αμφισβητήσιμο, εάν δικαιούμεθα να λαμβάνουμε μέρος στο Δείπνο της αγάπης, όταν αδιαφορούμε για το γεγονός, ότι τόσοι και τόσοι άγνωστοι αδελφοί μας γεννιούνται, ζουν, πεθαίνουν χωρίς την Αλήθεια»[8]. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά εκφράζει περισσότερο τη φαρισαϊκή υποκρισία, την εμμονή σε συγκεκριμένες πράξεις του περιούσιου λαού του Ισραήλ στην ιστορία, παρά την περίοδο χάριτος και αγαπητικής μαρτυρίας, στην οποία εισήλθε ο κόσμος μετά την Πεντηκοστή.
           
Από την άλλη, δεν δύναται να υπάρξει ιερ-αποστολική κίνηση χωρίς μετοχή στην Ευχαριστιακή Τράπεζα, χωρίς το υπαρξιακό κίνητρο που παρακινεί στην κατάθεση του Χριστού σε όλα τα έθνη. Και τούτο αποτελεί τη δεύτερη αμφίδρομη πλευρά του θέματος. Αναγκαία είναι η ουσιαστική κοινωνία με τον Θεάνθρωπο, δηλαδή η πρωταρχική συμφιλίωση θείου και ανθρώπινου και το επόμενο ουσιαστικό βήμα συσσωμάτωσης εν Χριστώ. Ο χριστιανός επιζητά να είναι σε συνεχή κοινωνία και σχέση με τον Χριστό, αλλιώς κινδυνεύει ή να παρασυρθεί σε ενθουσιώδεις στάσεις ή να εξυπηρετεί ευρύτερα ιδιοτελή συμφέροντα. Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι αλληλένδετο με την μαρτυρία της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο, αλλιώς η τελευταία τείνει να ολισθήσει  σε ιδεολόγημα ή ακόμα σε μία ηθικιστική διδασκαλία. Επομένως, όλη η Εκκλησία, μέσω του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, υπαρξιακά μεταμορφώνεται σε Σώμα Χριστού, συνεργαζόμενη δια του Αγίου Πνεύματος στο λυτρωτικό έργο Του.
            Χρέος κάθε χριστιανού είναι η μέριμνα για φωτισμό όλου του κόσμου, είτε ενεργείται με την έμπρακτη προσφορά και διακονία, είτε μέσα από τον κανόνα της προσευχής (lex orandi). Ο ευχαριστιακός φωτισμός, στην οντολογική πραγμάτωσή του, είναι «η μύηση στην κοινωνική ζωή της Τριάδος και η μεθεκτική πραγμάτωση της στη ζωή της καθολικότητας»[9]. Η κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό μεταλαμπαδεύεται στο κοσμικό γίγνεσθαι, προσφέροντας την ευχαριστιακή εμπειρία και την ανιδιοτελή αγαπητική θυσία, ως τον ορθό τρόπο πραγμάτωσης της εν Χριστώ ζωής.  Συνεπώς, η θεολογική θέση που προκύπτει ενεργά στη σχέση «τρώγειν» και «αποστέλλειν» εκφράζεται στο γεγονός, ότι κάθε βαπτισμένο μέλος της Εκκλησίας ωθείται φυσιολογικά να μεταφέρει το μυστηριακό βίωμα της «θεο-κοινωνίας», στην κοσμολογικών διαστάσεων «ανθρωπο-κοινωνία». Αυτό σημαίνει συμμετοχή στο διακόνημα  της μαρτυρίας του Χριστού στα έθνη, αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο, που μπορεί να είναι παραδοσιακά χριστιανικός ή και ορθόδοξος ακόμη.
            Εν κατακλείδι, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ενώνει τους πάντες εις «έν» εν Χριστώ, φανερώνοντας εκκλησιολογικά την τελική ανακεφαλαίωση των πάντων εν Αυτώ, την τελική νίκη της Αγάπης και της Κοινωνίας του Τριαδικού Θεού. Σε τούτη την κοινωνία, και η σχέση κατηχούντων με τους κατηχούμενους είναι αμφίδρομη και λειτουργεί σε υπαρξιακά πλαίσια, ενώνοντας στην κάθετη διάσταση της Θείας Ευχαριστίας (θεανθρώπινη κοινωνία), εκείνη της οριζόντιας (συν-ανθρώπινη). Η μετοχή «στη νέα θεϊκή τροφή», κατά την περιώνυμη έκφραση του π Αλ. Σμέμαν[10], συν-ενεργεί αναπόσπαστα στη δυναμική κίνηση μαρτυρίας της εν Χριστώ ζωής στον πλησίον,  στην μεταφορά του καινού τρόπου ζωής -πέρα από τα δεσμά του χωροχρόνου και της φύσης- που φανερώνεται στη ζωή της Εκκλησίας!

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Τάλαντο της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου, τεύχ. 65.





[1]  Ιω. 17, 18-19
[2] Ιω. 6,54 : «ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον, καγώ αναστήσω αυτόν τη εσχάτη μέρα».  
[3] Μτθ. 28,19
[4] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλλάτου (σημερινού Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σελ. 20.
[5] Βλ. Ν. Ματσούκα, Ο Προτεσταντισμός, εκδ.Π. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 73 κ.ε..
[6] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (σημερινού Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σελ. 19 - 20.
[7] Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ.κ. Ιγνατίου, Χριστουγεννιάτικο Μήνυμα (έτους 2004), περ. Το Τάλαντον, Νοε-Δεκ. 2004, τευχ. 46, σελ. 9.
[8] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλλάτου (σημερινού Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας), Θεία Ευχαριστία και Ορθόδοξος Ιεραποστολή, εκδ. Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1972, σελ. 20.
[9]  Πρωτοπρεσβύτερου Νικολάου Λουδοβίκου, Η Ευχαριστιακή Οντολογία, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1992, σελ. 274.
[10]  Πάτερ ημών, μτφρ. Ιω. Λάππας, εκδ. Μαίστρος, Αθήνα 2003, σελ. 42.