Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Το μόνο αμάρτημα


Διήγημα του καλού μου φίλου Αργύρη Κόσκορου*

"Δεν ήταν η πρώτη φορά που κουβαλούσε, έναντι αμοιβής, κάποιον διαβάτη κουρασμένο απ’ το δρόμο στην πλάτη της καμήλας του. Χρόνια πολλά σ’ αυτή τη θέση είχε γεράσει, κι ο ήλιος σ’ αυτά τα μέρη είχε τόσο χαράξει το πρόσωπό του που τον έκανε να μοιάζει ακόμα πιο γέρος. Ήταν όμως η πρώτη φορά που συναντούσε ένα βλέμμα σαν αυτό του ξένου, άντρα μεστού αν και όχι ιδιαίτερα μεγάλου σ’ ηλικία, μα με μια μελαγχολία παραδόξως πιο γερασμένη απ’ τη δική του, τη χαραγμένη ρυτίδες. Παντού γύρω ήταν έρημος και του έκανε εντύπωση που ο ξένος αυτός αντί για όαση έμοιαζε να γυρεύει μια θέση ακόμα πιο βαθιά σ’ αυτή την ξερή και άγονη θάλασσα, εκεί που πνίγεται μέχρι κι η τελευταία ελπίδα.

Ο αγωγιάτης είχε νερό αρκετό γι’ αυτόν και το ζώο του, πρόσφερε λίγο στον ξένο, μα απ’ όσο κατάφερε να δει γυρνώντας πίσω το βλέμμα του, ήταν ένα πρόσωπο γαλήνιο μα και θλιμμένο συνάμα, με μια κρυφή ίσως φλόγα μέσα του που αρκούσε για να το ξεδιψάσει. Τόσο το χειρότερο για τον ξένο του, τόσο το καλύτερο για τον ίδιο. Κάτι του θύμιζε αμυδρά αυτό το πρόσωπο, ίσως απ’ τα παλιά του νιάτα. Ήταν κι αυτός χατζής κάποτε, μύστης και μυημένος, είχε δοκιμάσει όλες τις δοξασίες που φύτρωναν αντί για βλαστάρια σ’ αυτόν τον ξερότοπο· μα τώρα κουράστηκε, μόνο τα λίγα χρήματα είχε ανάγκη πια που τον κρατούσαν στη ζήση του. Στο ζωνάρι κρατούσε σφιχτά το πουγκί με την αμοιβή του ξένου, αρκετή να δικαιολογήσει το ταξίδι του.
Κάποια στιγμή ο ξένος τού ζήτησε να σταματήσει. Ήταν μια περιοχή που πέρα απ’ τον ορίζοντα, τον ξάστερο λευκό ουρανό και τη σκασμένη γη δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από μια ξερή συκιά, χρόνια θαρρείς πεθαμένη. Ο ξένος ξεκαβαλίκεψε αργά το υπομονετικό ζώο, το χάιδεψε τρυφερά στη ράχη και με βήματα σερνάμενα σχεδόν έφτασε σιγά σιγά στο δίχως ζωή δέντρο. Με μια του κίνηση άγγιξε ένα ξεραμένο κλαδί ζητώντας του συγγνώμη˙ και το κλαδί πρασίνισε. Τότε, αφού φανήκανε τα σημάδια στις δυο παλάμες, ο αγωγιάτης κατάλαβε κι έπεσε απ’ τη χαμηλωμένη του καμήλα στα γόνατα. «Κύριε», αναφώνησε, κι η ζώνη του λύθηκε, μαζί με το πουγκί που σωριάστηκε στην άμμο σκορπώντας χάμω τα δηνάρια με τη μορφή του Καίσαρα, του άρχοντα του κόσμου αυτού. «Παιδί μου, σήκω» του είπε μειλίχια, «μια νέα ζωή με περιμένει τώρα, δίχως κρίμα στις πλάτες μου· το ίδιο κι εσένα»

Ο Αργύρης Κόσκορος γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Μαρούσι. Από το 2006 ζει στη Ρόδο όπου εργάζεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου. Σπούδασε Βιβλιοθηκονομία στο Τ.Ε.Ι. Αθήνας και Φιλολογία με κατεύθυνση γλωσσολογίας στο Ε.Κ.Π.Α.

Αναδημοσιεύεται με άδεια του συγγραφέα από fractalart.gr