Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, ΠΕΣ ΤΟ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ! ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΜΑΥΡΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ (βιβλιοπαρουσίαση)

 


Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, ΠΕΣ ΤΟ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ! ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ ΜΑΥΡΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 2022, σσ. 423.

Δρ. Νικολάου Γ. Τσιρέβελου,

ΕΔΙΠ Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

                Το νέο βιβλίο του Θανάση Παπαθανασίου αποτελεί μια εμπεριστατωμένη μελέτη που ανοίγει τον δρόμο για τις επόμενες συστηματικές έρευνες του αφρικανικού πολιτισμού στον ελλαδικό και τον πανορθόδοξο χώρο. Το βιβλίο διακρίνεται για τη διεπιστημονική προσέγγιση ως μέθοδο εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο αναδεικνύεται η σύνδεση μαρτυρίας και διαλόγου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, με βάση την επιστημονική θεολογία,  την εκκλησιαστική παράδοση, τη διαθεματική έρευνα καθώς και τη διαπολιτισμική προσέγγιση.

Στο πρώτο μελέτημα ο συγγραφέας διερευνά τις προσπάθειες που επιχειρήθηκαν στη χριστιανική θεολογία για τη δημιουργία μιας αφρικανικής χριστολογίας. Ζητούμενο είναι τα σημεία συνάντησης του χριστιανισμού με το αφρικανικό κοσμοείδωλο. Το ενδιαφέρον του έγκειται στον διάλογο και την ανάδειξη των σημείων που θα κωδικοποιήσουν τη Χριστολογία στο αφρικανικό περιβάλλον. Διάχυτος είναι ο έντονος προβληματισμός και τα καίρια ερωτήματα για το τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την αφρικανική παράδοση, ώστε να μεταδοθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου στη συνάφεια των αφρικανικών πολιτιστικών αναπαραστάσεων. Μπορεί ο Χριστός να είναι ο Πρόγονος και ο Αδελφός των Αφρικανών; Και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Το επόμενο κεφάλαιο έχει έναν ξεχωριστό τίτλο: «“Αφρικανικός αναρχισμός” και ορθόδοξη θεολογία» (σ. 78). Ουσιαστικά πρόκειται για μια μελέτη πολιτικής θεολογίας και πολιτισμικής ανθρωπολογίας που θέτει σε διάλογο την Ορθόδοξη θεολογία με την κοινωνική οργάνωση των Αφρικανών πριν την αποικιοκρατία, αλλά και με τα σύγχρονα κινήματα. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας, «ο διάλογος με τις ποικίλες εμπειρίες και ιδέες της ανθρωπότητας είναι μεγάλη ευκαιρία εμπλουτισμού της έγνοιας για οικουμενικότητα». Στη συνέχεια δίνει στίγμα της Ορθόδοξης μαρτυρίας με την ακόλουθη παρατήρηση: «Η έννοια της ιεραποστολής δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί, ούτε να αφεθεί έρμαιο της ταύτισής της με την αποικιοκρατία. Χρειάζεται να νοείται ως μαρτυρία για τη Βασιλεία του, ως πρόσκληση στη Βασιλεία και συνακόλουθα ως δίψα και πείνα για την απελευθέρωση. Οφείλει να λειτουργεί ως προέκταση/συνέχιση της ενανθρώπησης του Χριστού, πράγμα που σημαίνει ότι οι ποικίλοι πολιτισμοί προσκαλούνται να γίνουν σάρκα του Χριστού, νέες εκφράσεις των Καλών Νέων, κι όχι αντίγραφα άλλων, χριστιανικών πολιτισμών» (σελ. 108). Οι θέσεις αυτές λειτουργούν αναστοχαστικά για τους Ορθοδόξους όσον αφορά τη δυναμική της παράδοσης σήμερα σε κάθε τόπο.

Τα δύο επόμενα μελετήματα διαδέχονται τον παραπάνω προβληματισμό και θέτουν πρακτικά ζητήματα στον χώρο της ιεραποστολής. Κοινό θέμα είναι ο γάμος. Το πρώτο αναφέρεται στον τρόπο κατανόησης του γάμου και της οικογένειας από τους Αφρικανούς. Εντελώς ενδεικτικά οι προγαμιαίες σχέσεις θεωρούνται αποδεκτές και απαραίτητες, η πολυγυνία δεν κατανοείται ως πράξη ηδονής αλλά ως διατήρηση της συνέχειας της ζωής, ενώ η παρθενία θεωρείται αφύσικη και ανήθικη. Έπειτα καταγράφονται ποικίλες προσπάθειες από χριστιανούς διαφόρων Εκκλησιών για να συμβιβάσουν τις αντίθετες με τα χριστιανικά ιδεώδη αφρικανικές αντιλήψεις. Έγνοια του συγγραφέα είναι η αναζήτηση των σημείων που μπορούν να εντοπισθούν ως «σπερματικός λόγος» στην αφρικανική παράδοση και έτσι η σύγκρουση να μεταβληθεί σε συνάντηση.

Τη θεωρητική προσέγγιση για τον αφρικανικό γάμο ακολουθεί μία έρευνα με ερωτηματολόγια, στην οποία συμμετείχαν Αφρικανοί σπουδαστές. Ο σκοπός της έρευνας ήταν η διάγνωση της τότε πραγματικότητας σχετικά με τα γηγενή γαμήλια έθιμα και τις αντίστοιχες νοοτροπίες. Με βάση τις απαντήσεις ακολουθούν τα συμπεράσματα, στα οποία επισημαίνονται τα θεολογικά κριτήρια διαλόγου με την Ορθόδοξη παράδοση. «Η διαύγαση των κριτηρίων και η πρόσληψη της γλώσσας του κόσμου δεν σημαίνουν κολακεία του αιώνος τούτου, δε σημαίνουν δημόσιες σχέσεις. Αφορούν την καρδιά της κριτικής πρόσληψης της ανθρώπινης συνθήκης. Και κριτικής και πρόσληψης!» (σελ. 212).

Το 5ο κεφάλαιο διερευνά τους αφρικανικούς μύθους σχετικά με την ασθένεια και την ίαση και την επίδρασή τους στην καθημερινή ζωή. «Ο Αφρικανός καλείται να ζήσει τη ζωή ως κοινωνία: σεβαστικά προς τα πνεύματα και αλληλέγγυα προς τους συγχωριανούς» (σελ. 214). Ωστόσο η ασθένεια διαταράσσει τις αρμονικές σχέσεις. Το πρόβλημα του/της ασθενούς δεν είναι ατομικό αλλά κοινωνικό και η κοινότητα θα υποδείξει τη λύση. Στη συνάφεια αυτή η μουσική και ο χορός αποτελούν θεραπευτικά μέσα. «Το ανθρώπινο σώμα είναι κορυφαίο μουσικό όργανο, πράγμα που αποτυπώνεται στον χορό (…) ασθένεια είναι η παραφωνία κάποιου ανθρώπινου μέλους – αυτού το οποίο και αρρωσταίνει (…) έτσι σε περίπτωση ασθένειας εκτελείται η κατάλληλη θεραπευτική μουσική (…) δημιουργείται ένας “διάλογος” μεταξύ των παραγομένων ήχων και του ασθενούς» (σελ. 220-1). Στην πορεία ίασης σημαντικό ρόλο διαδραματίζει ο θεραπευτής/η θεραπεύτρια. Όλο αυτό το ανθρωπολογικό-κοσμολογικό πλαίσιο που στη συνέχεια εξετάζεται και σε σχέση με τη δυτική ιατρική, αξιοποιείται για να αναδειχθούν οι παράμετροι συνάντησης του Ευαγγελίου με την αφρικανική πραγματικότητα. Ένα σημείο συνάντησης μπορεί να είναι υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις ο Χριστός Θεραπευτής, Αυτός που παρέχει ως δώρο την πληρότητα της ζωής.

Το επόμενο μελέτημα σκιαγραφεί τα βασικά στοιχεία του αφρικανικού φονταμενταλισμού. Εδώ περιγράφεται ο εθνικισμός και ο παναφρικανισμός και κάποιες επιμέρους φανατικές εκφάνσεις τους, και αναδεικνύονται οι διάφορες μορφές χριστιανικού φονταμενταλισμού στις αφρικανικές εκκλησίες. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτών των κινήσεων σχετίζονται με τη βιβλική ερμηνευτική, τα οράματα ευημερίας, τη σεξιστική ηθική, το θεοκρατικό και σταυροφορικό πνεύμα και τον τρόπο επίδρασης στην πολιτική ζωή. Με ενάργεια τονίζεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία καταδικάζει κάθε μορφή φονταμενταλισμού και φανατισμού.

Βέβαια η μελέτη του αφρικανικού πολιτισμού στο 7ο κεφάλαιο δεν περιορίζεται μόνο στην αφρικανική γη, αλλά επεκτείνεται και στην επίδρασή της στον δυτικό πολιτισμό. Σήμερα στον χριστιανισμό παρατηρείται μια σημαντική αλλαγή. Τα υψηλά ποσοστά θρησκευόμενων εντοπίζονται σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Το όλο ζήτημα γίνεται περισσότερο σύνθετο αν ληφθεί υπόψη ότι η μετανάστευση και η προσφυγιά οδήγησαν πολλούς Αφρικανούς στον δυτικό κόσμο. Έτσι πλέον παρατηρείται το φαινόμενο της «αντίστροφης ιεραποστολής». Πλέον την ιεραποστολική «πρωτοβουλία την έχουν άνθρωποι από τις χώρες οι οποίες στο ως παλαιό μοντέλο ήταν “υποδεχόμενες”, και εκ των οποίων οι νεόφυτες εκκλησίες θεωρούνταν καρπός και όχι υποκείμενα ιεραποστολής» (σ. 258). Επομένως οι αφρικανικές κοινότητες στον δυτικό κόσμο είναι «φιλοξενούμενοι οικοδεσπότες», που εργάζονται για τον «επανευαγγελισμό της πνευματικά νεκρής Ευρώπης» (σ. 278).

Όλο τα παραπάνω κεφάλαια διακρίνονται για την επιστημονική τεκμηρίωση και για τον παραγωγικό προβληματισμό, που ανοίγει τομές στην ιεραποστολική έρευνα. Αυτό επιδιώκει και το επόμενο μελέτημα το οποίο συγκεντρώνει στοιχεία σχετικά με την έρευνα για την υποσαχάρια Αφρική στην Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα. Το συγκεκριμένο έργο αναφέρεται στην ελληνόφωνη Ορθόδοξη ιεραποστολική αφύπνιση που οδήγησε στην ίδρυση νέων εκκλησιών στην Αφρική. Συγχρόνως επεκτείνεται στην ιεραποστολική ακαδημαϊκή θεολογική έρευνα με έμφαση στις μελέτες για την Αφρική, τους πρωτεργάτες μελετητές καθώς και ιδρύματα και κινήσεις που υποστήριξαν αυτή την κίνηση, όπως το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες». Η ιεραποστολική αφύπνιση, σύμφωνα με την εύστοχη παρατήρηση του συγγραφέα, είχε μια θλιβερή αντίφαση. «Κατά την εν λόγω περίοδο το επιτόπιο ιεραποστολικό έργο εντεινόταν, η θεολογική σπουδή όμως όχι μόνο δεν εντάθηκε, αλλά αντιθέτως υπέστη μια σειρά σοβαρών πληγμάτων» (σ. 316).

Το επόμενο κεφάλαιο αποτελεί μια σύντομη παρουσίαση του «Shepherd», ενός αγγλόφωνου περιοδικού που εξέδωσε για μικρό διάστημα η Ορθόδοξη Μητρόπολη Νιγηρίας. Το περιοδικό αυτό ανήκε αποκλειστικά σε ιεραποστολική εκκλησία και αρθρογράφοι ήταν  Αφρικανοί. Η παρουσίαση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη οι ιεραποστολικές εκκλησίες να είναι ανεξάρτητες και αυθεντικές όσον αφορά τον τοπικό πολιτισμό και σε καμία περίπτωση να μην αποτελούν παραρτήματα ή πολιτιστικά «υποκατάστατα» των μητροπολιτικών εκκλησιών. Πολύ περισσότερο οι ιεραποστολικές εκκλησίες με τέτοιες ενέργειες μπορούν να σημάνουν εξ αποστολής το φως.

Στην τελευταία ενότητα η θεωρητική πραγμάτευση συναντά το πρακτικό βίωμα, το οποίο όμως επιδιώκει να εμπνεύσει την επιστημονική έρευνα. Η ενότητα περιλαμβάνει μαρτυρίες οδοιπορικών στην αφρικανική γη του συγγραφέα και της συζύγου του Ελένης Ταμαρέση Παπαθανασίου. Διάχυτη είναι η αγωνία και οι προσπάθειες για την εναρμόνιση της βιωματικής εμπειρίας με τη θεολογική εργασία και τον ιεραποστολικό ζήλο.

Αναμφίβολα όλο το βιβλίο πραγματεύεται με επιστημονική θεολογική τεκμηρίωση και έκδηλη την αγωνία για πρακτική εφαρμογή το πλαίσιο διαμόρφωσης μιας αφρικανικής χριστολογίας. Έτσι λοιπόν θέτει γόνιμους προβληματισμούς και συγχρόνως ανοίγει νέα πεδία έρευνας στην ιεραποστολική σπουδή. Όλα τα κείμενα διακρίνονται για τη διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει έξοχα τη θεολογία με την κοινωνική και πολιτισμική ανθρωπολογία, τη θρησκειολογία, την εθνογραφία, την πολιτική διερεύνηση και τη διαπολιτισμική μελέτη. Το βιβλίο κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη/της αναγνώστριας, ενώ απευθύνεται και σε ευρύτερο αναγνωστικό κοινό που επιθυμεί να είναι ενήμερο για τις παγκόσμιες εξελίξεις.

«Άκου τον άνεμο» προτείνει ο Θανάσης Παπαθανασίου. «Άκου τον άνεμο και πες το στον άνεμο!» (σ. 33). Το βιβλίο αυτό δεν αποτελεί έναν μονόλογο αλλά ένα διαρκή διάλογο με επίκεντρο τον άνθρωπο. Είναι ένα κάλεσμα στους χριστιανούς και στους ανθρώπους καλής θέλησης να αφουγκραστούν τη φωνή του Αγίου Πνεύματος στα σύγχρονα  πολιτιστικά ηχοτοπία της υποσαχάριας Αφρικής αλλά και κάθε πολιτισμού, και να αγωνιστούν για την αλλαγή του κόσμου με σεβασμό απέναντι σε κάθε ετερότητα και αναστάσιμη προσδοκία.

 

Δημοσιεύτηκε στη Σύναξη, τεύχ. 166 (2023), σ. 103-105.


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

1.1 Ο άνθρωπος ζει με τον Θεό - Α΄ Λυκείου

1.2 Η πίστη στον Τριαδικό Θεό - Α΄ Λυκείου

Συνομιλώντας με τον ιερέα της ενορίας μας