Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Προς μια Διορθόδοξη συνεργασία στον ιεραποστολικό αγρό. Προϋποθέσεις και δυνατότητες


Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, Δρ. Θεολογίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη, τεύχ. 139 (Ιουλ.-Σεπ. 2016), σελ. 16-20

Το άρθρο μπορείτε να το δείτε και εδώ στο ACADEMIA.EDU

Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, που συγκλήθηκε στην Κρήτη τον Ιούνιο του 2016, σήμανε τον αγώνα για ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στο Μήνυμά της Συνόδου αναδείχθηκε το χρέος της Εκκλησίας για μαρτυρία της Βασιλείας του Θεού και της αγάπης Του σε ολάκερη την οικουμένη[1]. Με σαφήνεια εξάλλου υπογραμμίσθηκε ότι στην αποστολή της Εκκλησίας «ὀφείλουν νά συμμετέχουν πᾶσαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν εἰς τήν κανονικήν τάξιν»[2]. Συγχρόνως, προτάθηκε  η δυναμικότερη συνεργασία και κοινή δράση των μελών των τοπικών Εκκλησιών σε ποικίλους τομείς του καθημερινού εκκλησιαστικού και κοινωνικού βίου με στόχο τη φανέρωση της ενότητας της Ορθοδοξίας[3].

Ο ιδιαίτερος χώρος της ορθόδοξης χριστιανικής μαρτυρίας στα κόσμο (ιεραποστολή) αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια, ανάπτυξη και καρποφορία μιας διορθόδοξης συνεργασίας∙ δηλαδή της συνεργασίας των Ορθοδόξων που προέρχονται από διαφορετικές τοπικές εκκλησίες, είναι φορείς μιας ιδιαίτερης πολιτιστικής παράδοσης και ζούνε στον ίδιο τόπο. Το παρόν άρθρο αποσκοπεί στο να εξετάσει και να αναδείξει με συντομία τις προϋποθέσεις, τις δυνατότητες και τα οφέλη της κοινής ορθόδοξης μαρτυρίας σε περιβάλλοντα μη ορθόδοξα ή μη χριστιανικά.


1.      Οι προτάσεις για μια διορθόδοξη ιεραποστολική συνεργασία και τα πρακτικά προβλήματα επίτευξής της
Το αίτημα ενός κοινού και συντονισμένου ιεραποστολικού έργου από τους Ορθοδόξους διαφόρων εθνικοτήτων δεν είναι σε καμία περίπτωση καινούριο. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 ο νυν Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος πρόβαλε μέσα από το περιοδικό Πορευθέντες την επιτακτική ανάγκη ιεραποστολικής συνεργασίας των Ορθοδόξων ιεραποστόλων αλλά και των τοπικών εκκλησιών της διασποράς[4]. Τις επόμενες δεκαετίες οι καθηγητές Πέτρος Βασιλειάδης και π. Ion Bria επαναδιατύπωσαν αυτό το αίτημα, υπογραμμίζοντας τη σημασία του για τη μετάδοση του μηνύματος του Ευαγγελίου με επίκεντρο το χώρο της ορθόδοξης διασποράς[5]. Ωστόσο, η πραγματοποίηση ενός τέτοιου εγχειρήματος δεν αποτελεί εύκολη ή αυτονόητη υπόθεση. Οπωσδήποτε υπάρχουν ορισμένες πρακτικές δυσκολίες που παρακωλύουν την ιεραποστολική συμπόρευση των τοπικών εκκλησιών.
Διεξοδική αναφορά στους παράγοντες που εμποδίζουν την διορθόδοξη επικοινωνία γίνεται από τον τότε αρχιμανδρίτη και νυν Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο στο άρθρο του με  τίτλο «Η Διορθόδοξος Προσέγγισις» το 1964. Ξέχωρα από τις ποικίλες κοινωνικο-πολιτικές αιτίες της εποχής εκείνης,[6] ο συντάκτης παρουσιάζει ως εμπόδιο τη γλωσσική ποικιλία των Ανατολικών Εκκλησιών, την απομάκρυνσή τους από τη χριστιανική συνείδηση και πνευματικότητα, την εκκοσμίκευση, τον φονταμενταλισμό καθώς και την έλλειψη σύμπνοιας των Ορθοδόξων της διασποράς[7]. Σε γενικές γραμμές τα εμπόδια αυτά -με εξαίρεση τις κοινωνικό-πολιτικές καταστάσεις- παραμένουν μέχρι σήμερα τροχοπέδη στην ανάπτυξη της διορθόδοξης συνεργασίας.
Ωστόσο, τα κωλύματα αυτά, όπως θα δούμε και παρακάτω, δύναται να εξομαλυνθούν και να αποτελέσουν το γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια και την ανάπτυξη μιας γόνιμης ορθόδοξης κοινής μαρτυρίας.  Είναι στην επιλογή των τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων να λειτουργήσουν από κοινού και να υπερβούν τα όποια προβλήματα ή διλήμματα.

2.      Η θεολογική τεκμηρίωση της διορθόδοξης συνεργασίας
            Η διορθόδοξη συνεργασία τεκμηριώνεται θεολογικά στην ίδια την εντολή του Κυρίου, όπως εκφράστηκε στην αρχιερατική του προσευχή: «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν· ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας» (Ιω. 17, 20-23).

Με μια ευρύτερη ερμηνευτική σκοπιά, η ενότητα αυτή στην οποία καλεί ο Κύριος αναφέρεται στους ίδιους τους χριστιανούς, οι οποίοι είναι φορείς διαφορετικής γλώσσας, κοινωνικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος (π.χ. ευρωπαϊκού, ασιατικού, αφρικανικού). Όλοι οι χριστιανοί λαμβάνουν την εντολή να εργασθούν έμπρακτα με σκοπό την επίτευξη της ενότητας στην καθημερινή ζωή, τοποθετώντας παράμερα τις όποιες πολιτιστικές ή κοινωνικές διαφορές τους. Ταυτόχρονα, καλούνται να πιστοποιήσουν με τη ζωή τους, πως με την ανάσταση του Κυρίου «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος» (Α΄ Κορ. 15, 26), ώστε ο κόσμος να πιστεύσει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι αληθινά «ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Μτθ. 16, 16).

3.      Η διορθόδοξη συνεργασία ως αντίδοτο στον εθνικισμό και τον ατομικισμό
Η διορθόδοξη προσέγγιση μπορεί να αποδώσει ποικίλους καρπούς, οι οποίοι ενδυναμώνουν την αποστολή της Εκκλησίας και συγχρόνως θεραπεύουν διάφορες νοσηρές καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, η κοινή ορθόδοξη μαρτυρία δύναται να αποτελέσει το φάρμακο απέναντι στον εκκλησιαστικό εθνικισμό. Το πρόβλημα του «εθνικού εγωισμού» ταλανίζει τα τελευταία τουλάχιστον 150 χρόνια την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι συνέπειές του έχουν  σε συλλογικό-εθνικό επίπεδο τις ίδιες επιπτώσεις -τηρουμένων των όποιων αναλογιών- με αυτές του ατομικού εγωκεντρισμού. Ο εκκλησιαστικός σωβινισμός θρυμματίζει την ενότητα των τοπικών εκκλησιών και κατ’ επέκταση παρακωλύει τη δυνατότητα πραγματικής συνεργασίας και αρμονικής συμβίωσης των λαών.
Βέβαια, «η ύπαρξις οικογενειών σε μία κοινωνία δεν αποτελεί την αιτία της δυσαρμονίας· η κακοδαιμονία αρχίζει από την εγωϊστικότητα, την αυτάρκεια, την αποκλειστικότητα, που αναπτύσσεται στην επί μέρους οικογένεια»[8]. Ο ορθόδοξος τρόπος ζωής και η θεολογία που απορρέει από αυτόν δεν καταλύουν τη σημασία της έννοιας του έθνους· την αποσαφηνίζουν, αναδεικνύοντας τη σπουδαιότητα της ιδιαίτερης ταυτότητας κάθε λαού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία «εξαγιάζει» τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε λαού δίχως να τα ισοπεδώνει και τα τοποθετεί σε ορθά εκκλησιολογικά πλαίσια. Ας μη λησμονούμε ότι δεν υπάρχουν πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες, ούτε μία συνομοσπονδία εκκλησιών, αλλά μόνο η Μία Ορθόδοξη Εκκλησία που είναι η Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Εκκλησία αυτή λάμπει σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη, παρά τη γλωσσική και πολιτιστική ποικιλία των εκάστοτε τοπικών εκκλησιαστικών κοινοτήτων[9]. Επομένως, μια από κοινού συνεργασία αποτελεί την αφετηρία για την υπέρβαση των εθνικών διχασμών, που πολλές φορές τραυματίζουν τον ορθόδοξο κόσμο.
            Εξάλλου, η συνεργασία και η έξοδος των Ορθοδόξων στον κόσμο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εξάλειψη κάθε ίχνους «πνευματικότητας», η οποία σχετίζεται με την ατομική σωτηριολογία. Η έμφαση στην ατομική σωτηρία και η εμμονή στην προσωπική αυτοδικαίωση αναπτύχθηκαν ως κακά ζιζάνια στην συνείδηση μεγάλου μέρους του ορθόδοξου πληρώματος κατά τα μέσα του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα[10]. Η συνέπεια αυτής της αλλοτριωμένης νοοτροπίας είναι να συμμετέχει ο ορθόδοξος λαός στη λατρεία με ιδιοτελή κίνητρα, αναπαράγοντας πολλές φορές τον λεγόμενο προτεσταντικό ευσεβισμό. Οι βαθύτερες συνέπειες του γεγονότος αυτού είναι η διολίσθηση στον φαρισαϊσμό, η εμμονή σε θεμελιοκρατικά (φονταμενταλιστικά) ιδεολογήματα και η ουσιαστική απομάκρυνση των πιστών μεταξύ τους.

Κατά αυτόν τον τρόπο, οι χριστιανοί παύουν να εκφράζουν την οντολογική ενότητα του ενός σώματος που «εν σχέσει» βιώνει την κοινωνία με κάθε μέλος της Εκκλησίας. Συνεπώς, η ατομική αυτάρκεια οδηγεί στην κολάσιμη κατάσταση της ακοινωνησίας. Σύμφωνα με την εύστοχη  παρατήρηση του θεολόγου Θανάση Παπαθανασίου, «ο θάνατος είναι συνυφασμένος με τον ατομικισμό, ενώ η ζωή συζευγμένη με τη σχέση»[11]. Από την άλλη, ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής λύνει τα στενά δεσμά του «θανατηφόρου» εγωισμού, κάνοντας τον άνθρωπο μέλος μιας παγκόσμιας κοινωνίας προσώπων. Με άλλα λόγια, «γίνεται κανείς αληθινά χριστιανός, όταν παύη να ασχολήται μόνο με τον εαυτό του και ζή με την αίσθηση όλης της Εκκλησίας»[12].

4.      Οι ιεραποστολικοί καρποί της διορθόδοξης συνεργασίας
           
Σε στενή συνάφεια με την υπέρβαση του ατομικού και εθνικού εγωισμού ακολουθούν οι ιεραποστολικοί καρποί που δύναται να αποφέρει μία διορθόδοξη ιεραποστολική συνεργασία. Η συντονισμένη και οργανωμένη κοινή δράση προσδίδει τη δυνατότητα ποικίλων θετικών αποτελεσμάτων, τόσο στον ορθόδοξο χώρο, όσο και στην οικουμενική κίνηση, αλλά και τον διαθρησκειακό διάλογο. Η πραγματική επαφή των αλλοεθνών Ορθοδόξων μεταξύ τους συμβάλλει πρώτιστα στην ικανή διαχείριση των κοινών αναζητήσεων-προβλημάτων, όπως είναι η σημασία της παράδοσης, της σύγχρονης ζωής της νεολαίας κ.α.[13]. «Η διαφορετική οπτική γωνία, από την οποία μελετούμε τα θέματα, λόγω διαφοράς συνθηκών ζωής, αλλά και ίσως ψυχοσυνθέσεως, βοηθεί σ’ ένα γόνιμο, αδελφικό διάλογο και σε μία βαθύτερη ψυχοσύνθεσι»[14]. Η επισήμανση αυτή αναφέρεται σε ένα καθοριστικό βήμα για την έμπρακτη φανέρωση στην κοινωνία της ενότητας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που κάθε φορά επαναλαμβάνεται στο Σύμβολο της Πίστεως.
Για να επιτευχθεί, λοιπόν, η διορθόδοξη ιεραποστολική συνεργασία απαιτείται να τερματισθούν οι καχυποψίες και να αποσαφηνιστούν οι ποικίλες παρεξηγήσεις του παρελθόντος μεταξύ των διάφορων τοπικών Εκκλησιών. Γι’ αυτό, η πραγματική επικοινωνία και γνωριμία των Ορθοδόξων αποτελεί θεμέλιο, ώστε να γεφυρωθούν τα διεστώτα με την υπέρβαση «παντός είδους ‘μεσοτοίχου’ πολιτιστικών, γλωσσικών, εκκλησιαστικών, ιστορικών φραγμών»[15]. Κατά αυτόν τον τρόπο, η προσέγγιση των Ορθοδόξων μπορεί να συντελέσει στην αναζήτηση κοινών τρόπων επίλυσης των προβλημάτων που απασχολούν τους ίδιους, αλλά και την παγκόσμια κοινότητα. Ένα τέτοιο εγχείρημα προσφέρει και την πραγματική σύσφιξη των δεσμών των τοπικών εκκλησιών μέσα από την έμπρακτη προσφορά αλληλοβοήθειας, την από κοινού αντιμετώπιση των προβλημάτων και την ποθητή δυναμική της αλληλογνωριμίας[16].
Η κοινή ορθόδοξη μαρτυρία προσφέρει τη δυναμική της αρτιότερης και πιο οργανωμένης προσπάθειας για τη μετάδοση του Ευαγγελίου στον κόσμο. Στο ζήτημα αυτό, ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, με την ιεραποστολική του πείρα που υπερβαίνει τα 55 έτη, έχει προτείνει οι νέες ανά τον κόσμο τοπικές εκκλησίες να αποτελέσουν την αρχή για να ξεκινήσει η διορθόδοξη προσέγγιση. Πιο συγκεκριμένα, γράφει: «Οι εκκλήσεις των Ορθοδόξων αδελφών μας από την Κένυα, Ουγκάντα, Κορέα είναι συνεχείς, προσφάτως δε εναγώνιες. Όλοι οι Ορθόδοξοι καλούνται να βοηθήσουν στην επιβίωσι αυτών των πνευματικών νησίδων στο πέλαγος του ειδωλολατρικού κόσμου, και εν συνεχεία στον πολλαπλασιασμό τους»[17]. Η προτροπή του αυτή, η οποία εκφράστηκε πριν από περίπου 50 χρόνια, διατηρεί τη ζωντάνια και την επικαιρότητά της και στις μέρες μας. Οι δίαυλοι επικοινωνίας και συνεργασίας λόγω και της τεχνολογικής προόδου είναι πλέον ανοικτοί για την εκκίνηση παρόμοιων προσπαθειών.
Εξάλλου, μια τέτοια ιεραποστολική κίνηση μπορεί να ενεργοποιήσει τους Ορθοδόξους της διασποράς να έλθουν από κοινού σε επαφή και επικοινωνία με τους ομόδοξους γηγενείς νεοφώτιστους. Επιπλέον, οι νέες ανά τον κόσμο «ιεραποστολικές» εκκλησίες δύναται να καταστούν πόλος έλξης για τους ετερόθρησκους των τόπων εκείνων. Έτσι, τα πολυεθνικά μέλη των ανά τον κόσμο εκκλησιαστικών κοινοτήτων εκφράζουν την ενότητά τους και βιώνουν έμπρακτα τη «λειτουργία μετά τη Λειτουργία», επαληθεύοντας την ευχαριστιακή αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας.
            Βέβαια, είναι υποχρέωση των Ορθοδόξων να προσφέρουν την παράδοσή τους στους υπόλοιπους Χριστιανούς μέσα από τη συμμετοχή τους στην οικουμενική κίνηση και τον διαχριστιανικό διάλογο. Η κοινή ορθόδοξη μαρτυρία παραδίδει ένα πετυχημένο παράδειγμα ορατής ενότητας το οποίο δύναται να ανταποκριθεί στις αναζητήσεις όλων των Εκκλησιών-Ομολογιών που συμμετέχουν στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και στους διαχριστιανικούς διαλόγους. Συγχρόνως, αποκαλύπτει το ευχαριστιακό βίωμα της Εκκλησίας του Παρακλήτου, η οποία λειτουργεί συνοδικά, δίχως να είναι μία συνομοσπονδία εκκλησιών. Επομένως, η διορθόδοξη μαρτυρία μπορεί να κινητοποιήσει το ενδιαφέρον των άλλων Εκκλησιών-Ομολογιών να γνωρίσουν σε βάθος την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τις ωθήσει να εξετάσουν τα δικά τους χαρακτηριστικά μέσα από την ορθόδοξη εμπειρία και την πατερική παράδοση. Με τον τρόπο αυτό,  καλλιεργείται το έδαφος για έναν πραγματικά γόνιμο και εποικοδομητικό διάλογο των Χριστιανών[18].
            Οι παραπάνω θέσεις έχουν μια δυναμική που αναφέρεται τελικά και στις κοινωνίες των Ορθόδοξων χωρών. Προφανώς η αναφορά γίνεται για τον επανευαγγελισμό των παραδοσιακών Ορθοδόξων από την εκάστοτε ποιμαίνουσα Εκκλησία[19]. Ας μη λησμονούμε, τα λόγια του Κυρίου πριν την Ανάληψή Του προς το στενό κύκλο των μαθητών Του, αλλά και προς τους ανά τους αιώνες μαθητές Του: «λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ’ ὑμᾶς καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ [ἐν] πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πρ. Απ. 1,8). Τα έσχατα της γης μπορεί να είναι κάθε σημείο του πλανήτη, ακόμη και μια «παραδοσιακά» ορθόδοξη χώρα. Κατά συνέπεια, η αποστολή της Εκκλησίας είναι μία και μοναδική, ανεξάρτητα σε ποιον τόπο και σε ποιό θρησκευτικό ή πολιτιστικό περιβάλλον ενεργείται.

Αναμφισβήτητα, όμως, απαιτείται πολύς κόπος και εργασία, ώστε οι Ορθόδοξοι να κατανοήσουν τη σπουδαιότητα της ενότητάς τους και τη σημασία μιας διορθόδοξης κοινής δράσης σε ιεραποστολικό επίπεδο. Οπωσδήποτε χρειάζεται να επανατοποθετηθούν οι βάσεις και να «πέσει» ο σπόρος, με απώτερο στόχο να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει η διορθόδοξη ιεραποστολή. Η ενημέρωση όλου του πληρώματος της Εκκλησίας, κλήρου και λαού, κρίνεται ως απαραίτητη μέσα από ποικίλες εκκλησιαστικές εκπαιδευτικές δράσεις και το άνοιγμα στους αγωγούς της σύγχρονης επικοινωνίας, όπως λ.χ. με τη δυναμική παρουσία των εκκλησιαστικών κοινοτήτων στον παγκόσμιο ιστό (διαδίκτυο). Η κοινή ορθόδοξη μαρτυρία δεν πρέπει να μείνει ως θεολογικός όρος που απαντά μόνο στα πρακτικά των συνεδρίων και στις θεολογικές μελέτες. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την παγκόσμια ακτινοβολία και εμπειρία του δύναται να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον συντονισμό των Ορθοδόξων στην Ευρώπη, την Ασία, την Αμερική και την Ωκεανία, όπως επίσης και το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στην Αφρική.
          
Το Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης, οι διακηρύξεις των συναντήσεων των Ορθοδόξων Προκαθήμενων αλλά και οι συχνές διασκέψεις των ορθοδόξων θεολόγων λειτουργούν ως οδοδείκτες για την πραγματική γνωριμία των κατά τόπους εκκλησιαστικών πληρωμάτων. Όμως, δεν αρκούν μόνο τα παραπάνω· επείγει η θεολογική ενημέρωση του συνόλου της Ορθοδοξίας και η καλλιέργεια του «διαλόγου της ζωής». Η ενημέρωση και η κινητοποίηση των Ορθοδόξων κληρικών και λαϊκών σε συνδυασμό με το κοινό έργο δύναται να θέσουν τις βάσεις για την απολύτως αναγκαία ιερ-αποστολική συνεργασία των Ορθοδόξων.
Άλλωστε, Ορθοδοξία σημαίνει ορθοπραξία. Επομένως, το πλήρωμα του λαού, το «βασίλειον ἱεράτευμα» (Α΄ Πε. 2, 9), απαιτείται να ενεργοποιηθεί έντονα -σε άμεση συνεργασία με τον κλήρο- σε όλα τα θέματα της εκκλησιαστικής ζωής, τα οποία είναι ταυτόχρονα και θέματα ιεραποστολικά[20]. Οι πρακτικές της αλληλογνωριμίας, της ουσιαστικής συνεργασίας και κυρίως της προσωπικής επαφής των Ορθοδόξων λαών αποβλέπουν τελικά στη δυναμική επίτευξη της «κοινής ορθόδοξης μαρτυρίας» στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο και την οικουμένη.

Πρώτιστο λοιπόν χρέος των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών είναι η δημιουργία μίας χριστιανικής οικουμενικής συνείδησης. Ουσιαστικά πρόκειται για την έξοδο από τη στενή αντίληψη αποκλειστικής σωτηρίας των Ορθοδόξων εθνών «που συχνά θυμίζει παιδιά ‘καλών οικογενειών’, που συνεχώς επικαλούνται το ένδοξο παρελθόν τους»[21]. Η διορθόδοξη ιεραποστολική σύμπραξη εκφράζει μία βασική μέθοδο μαρτυρίας∙ σημαίνει μετοχή και ανάδειξη της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, καταργώντας στην πράξη κάθε είδους διαίρεση και αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ενότητα της Ορθοδοξίας στην οικουμένη. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί τελικά  η Εκκλησία να μεταδώσει πληρέστερα «τή μαρτυρία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς χάριτος καί τῆς ἀληθείας καί να προσφέρει σέ ὅλη τήν οἰκουμένη τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τήν δικαιοσύνη, τήν καταλλαγή, τήν δύναμη τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκία τῆς αἰωνιότητος»[22].

.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», από την Επίσημη Ιστοσελίδα της Συνόδου: https://www.holycouncil.org/-/message (τελευταία προσπέλαση 10/9/2016).
[2] «Εγκύκλιος της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», από την Επίσημη Ιστοσελίδα της Συνόδου: https://www.holycouncil.org/-/encyclical-holy-council?_101_INSTANCE_VA0WE2pZ4Y0I_languageId=el_GR (τελευταία προσπέλαση, 10/9/2016).
[3] «Ἔργον καί εὐθύνη τῶν ἐπισκοπικῶν τούτων Συνελεύσεων θά εἶναι ἡ μέριμνα διά τήν φανέρωσιν τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί τήν ἀνάπτυξιν κοινῆς δράσεως ὅλων τῶν ὀρθοδόξων ἑκάστης περιοχῆς πρός θεραπείαν τῶν ποιμαντικῶν ἀναγκῶν τῶν ἐκεῖ διαβιούντων ὀρθοδόξων». Από το Επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τίτλο «Η Ορθόδοξος διασπορά»: https://www.holycouncil.org/-/diaspora (τελευταία προσπέλαση 10/9/2016).
[4] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Αφετηριακαί σκέψεις δια την Εξωτερικήν Ιεραποστολήν», Πορευθέντες, τεύχ. 38-39 (1968), σελ. 19-23 και τεύχ. 40 (1968), σελ. 50-52.
[5] I. Bria - Π. Βασιλειάδη, Ορθόδοξη Χριστιανική Μαρτυρία, εκδ. Τέρτιος, Κατερίνη 1989, σελ. 99 κ.ε..
[6] Οι κοινωνικο-πολιτικές αιτίες εκείνης της εποχής αναφέρονται στα ανατολικά σοσιαλιστικά καθεστώτα, τα οποία περιόριζαν την ελευθερία κινήσεων και επαφών των τοπικών Ορθόδοξων Εκκλησιών.
[7] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», Ορθόδοξος Παρουσία, τεύχ. 1 (1964), σελ. 29. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις-προτάσεις του  J. Stamoolis σχετικά με το έργο και τη διακονία της ορθόδοξης διασποράς. Βλ. Stamoolis, Eastern Orthodox Mission Theology today, Wipf and Stock Publishers, 2001, pgs 44-46.
[8] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», ό.π. σελ. 32-33.
[9] Πρβλ. Ν. Τσιρέβελου, Θεολογική θεμελίωση της Ορθόδοξης μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, εκδ. Ostracon Publishing, Θεσσαλονίκη 2015, σελ. 95-119.
[10] Χρ. Γιανναρά, Αλφαβητάρι της πίστης, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2002, σελ. 241.
[11] Θαν. Παπαθανασίου, Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και εφιάλτης, εκδ.  Εν πλω, Αθήνα 2008, σελ. 335.
[12] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», ό.π., σελ. 30.
[13] Πρβλ. «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», Επίσημη Ιστοσελίδα: https://www.holycouncil.org/-/message (τελευταία προσπέλαση 10/9/2016).
[14] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», ό.π., σελ. 33-34.
[15] Επισκόπου Ανδρούσης Αναστασίου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Ίνα ο κόσμος πιστεύση (Ιω. 17, 21)», Εκκλησία, τεύχ. 52 (1975), σελ. 89.
[16] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», ό.π., σελ.33-34.
[17] Ο.π..
[18] Σχετικά με αυτό το θέμα βλ. Ηλ. Βουλγαράκη, Ιεραποστολή. Δρόμοι και δομές, εκδ. εκδ. Αρμός, Αθήνα 1989, σελ. 248-252.
[19] Σχετικά με τον επανευαγγελισμό βλ. περισσότερα Δημ. Κούκουρα, «Επανευαγγελισμός: μια σύνθετη ομιλητική διαδικασία», εισήγηση στο ΙΔ΄ Διαχριστιανικό Συμπόσιο (28-30/8/2016 Θεσσαλονίκη): http://ntsireve.blogspot.gr/2016/09/blog-post.html (τελευταία προσπέλαση 10/9/2016).
[20] Πρβλ. Ηλ. Βουλγαράκη, Ιεραποστολή. Δρόμοι και δομές, ό.π., σελ. 49-50.
[21] Αρχιμ. Αναστασίου Γιαννουλάτου (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων), «Η Διορθόδοξος προσέγγισις», ό.π., σελ.33.
[22] «Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», Επίσημη Ιστοσελίδα: https://www.holycouncil.org/-/message (τελευταία προσπέλαση 10/9/2016).