Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2020

Πληροφόρηση και ορθόδοξη συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση

Δήμητρας Κούκουρα, 
Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας, Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
Αναδημοσίευση από Orthodoxia info
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στους διαχριστιανικούς διαλόγους, στους θεσμοθετημένους διμερείς και στους πολυμερείς στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.), της Διάσκεψης των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (C.E.C.) ή άλλων διαχριστιανικών πρωτοβουλιών,[1] όπως και στις ποικίλες οικουμενικές ζυμώσεις προσδιορίζεται από την αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την αποστολή της μέσα στον κόσμο.[2] Ο στόχος είναι σαφής: η ενότητα όλων των χριστιανών, η επίτευξη «τη χάριτι του Θεού, της ενότητος εν τη αυτή πίστει και πέριξ της αυτής Ευχαριστιακής Τραπέζης»,[3] ώστε η μαρτυρία τους μέσα στον κόσμο για το κοσμοσωτήριο έργο του Χριστού να είναι πειστική.[4]

Στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας με τη Διαμαρτυρία του Λουθήρου (1517), οι Χριστιανοί βρέθηκαν διαμοιρασμένοι σε τέσσερις οικογένειες, τους Ορθοδόξους, Προχαλκηδονίους Ορθοδόξους,[5] Ρωμαιοκαθολικούς και τους Λουθηρανούς, ενώ λίγα χρόνια αργότερα μέχρι και σήμερα προστέθηκαν οι πολυπληθείς ομάδες που προέκυψαν από τη διάσπαση του ιστορικού κορμού των Προτεσταντών. Η ενότητα είναι το απολύτως ζητούμενο. Το εγχείρημα είναι δύσκολο και τα αποτελέσματα από τις διαχρονικές προσπάθειες άλλοτε δημιουργούν μία συγκρατημένη αισιοδοξία[6] και άλλοτε είναι αρνητικά. Ύστερα από μισό και παραπάνω αιώνα υπευθύνων θεολογικών διαλόγων ο στόχος της ευχαριστιακής ενότητας είναι μακρινός για βασικούς λόγους. Η πλήρης συμμετοχή στην ίδια ευχαριστιακή τράπεζα προϋποθέτει την ίδια πίστη, η οποία αποτυπώνεται στις ευχές και στους ύμνους της θείας λατρείας και με αυτόν τον τρόπο συνδέεται άμεσα με τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας.[7] Μέχρι σήμερα η πορεία των διαφόρων διαλόγων δεν έχει φτάσει σε ενθαρρυντικά αποτελέσματα, τα οποία συχνά επιδεινώνονται, καθώς υπεισέρχονται καινούριες διαφορές από επιλογές απαράδεκτες για τους Ορθοδόξους, όπως για παράδειγμα η χειροτονία των γυναικών.[8]
Κυρίαρχο θέμα παραμένει πάντοτε η Εκκλησιολογία: πώς ορίζεται η Εκκλησία, πώς γίνεται αντιληπτή ή ακριβέστερα πώς βιώνεται από τα μέλη της, πώς διοικείται, ποια είναι τα όριά της. Οι βαπτισμένοι στο Όνομα του Τριαδικού Θεού που ανήκουν στις διάφορες χριστιανικές εκκλησίες μπορούν αυτονοήτως να είναι μέλη της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας;[9] Τα ερωτήματα, εκτός από τους επίσημους διαλόγους, προκαλούν γόνιμη θεολογική έρευνα,[10] ακαδημαϊκές συζητήσεις και θεματικά επιστημονικά συνέδρια. Τα πορίσματά τους προσφέρονται στην Εκκλησία για να τα χρησιμοποιήσει, όταν και αν τα χρειαστεί. Όμως μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμία τελική ομοφωνία στο πρωταρχικής σημασίας αυτό θέμα και γι’ αυτόν τον λόγο ουδαμώς υπάρχει κοινή μετοχή στη θεία ευχαριστία των Ορθοδόξων από τα μέλη άλλων χριστιανικών εκκλησιών και αντιστρόφως. Κατά τη θεολογική ορολογία δεν υπάρχει intercommunio (διακοινωνία). Κανείς δεν γνωρίζει πότε θα φτάσει αυτή η ώρα. Εξαρτάται από τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και τη δεκτικότητα των ἐν διαλόγῳ Χριστιανών, ώστε να γίνουν κατανοητές με σαφήνεια οι ποικίλες δογματικές διαφορές, η σωτηριολογική τους διάσταση για τους πιστούς, ο τρόπος που προσλαμβάνεται και εφαρμόζεται η χριστιανική πίστη, την οποία όλοι οι ἐν διαλόγῳ ομολογούν με το Σύμβολο των Αποστόλων ή της Νικαίας -Κωνσταντινουπόλεως. Και στη συνέχεια με ποιον τρόπο θα συγκλίνουν οι αποκλίσεις και οι εσφαλμένες δοξασίες θα επανορθωθούν. Προφανώς αυτό είναι αποκλειστικά έργο της χάριτος του Θεού.
Έργο των ανθρώπων είναι να συνεχίζεται ο διάλογος ἐν ἀληθείᾳ καί αγάπῃ, παρ’ όλες τις δυσκολίες και την εμφανή πολλές φορές ανθρώπινη κόπωση. Σε αυτό το σημείο συχνά ακούγεται η άποψη ότι «χάνεται άδικα ο χρόνος», εφόσον δεν υπάρχουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Η απάντηση παραπέμπει στην αρχιερατική προσευχή του Ιησού και στο αίτημά του για την ενότητα των Χριστιανών, που διαβεβαιώνει και την αληθινή τους πίστη στον Τριαδικό Θεό.
Παρ’ όλα αυτά, στην αποτίμηση αυτής της επίπονης πνευματικής προσπάθειας μέχρι σήμερα, εκείνο που έχει απόλυτη αξία είναι η Ορθόδοξη μαρτυρία μέσα σε χριστιανικούς κύκλους, που σπάνια έχουν επαρκή γνώση της Ορθόδοξης παράδοσης, αλλά επί το πλείστον την αγνοούν, όπως συμβαίνει αμοιβαίως και με τους Ορθοδόξους. Η θεολογική σκέψη των Ελλήνων Πατέρων, η θεολογία της θείας λατρείας και των εικόνων, η Ορθόδοξη θεολογική θεμελίωση της ιεραποστολής, το νόημα της άσκησης, της νηστείας και του αναχωρητισμού, οι πνευματικές εμπειρίες των αγίων του Θεού, αποτελούν πολύτιμη συμβολή στον διάλογο με τους ετεροδόξους.
Για πολλούς συνομιλητές πρόκειται για πρωτόγνωρα ακούσματα, τα οποία λειτουργούν ως μέσο γνωριμίας με την Ορθόδοξη παράδοση δια του στόματος και των εμπειριών των Ορθοδόξων συνομιλητών. Αυτές οι διαπιστώσεις ισχύουν κυρίως για τους πολυμερείς διαλόγους, όπου δεν αποστέλλονται πάντοτε εξειδικευμένοι θεολόγοι.[11] Δεν είναι το ίδιο με τους θεσμοθετημένους διμερείς, όπου οι μετέχοντες κατά κανόνα γνωρίζουν την παράδοση των συνομιλητών τους και τις θέσεις τους για τα ειδικά θεολογικά θέματα που κάθε φορά περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη των συναντήσεων.[12]
Στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών και του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (C.E.C.) σε μικρότερη έκταση, επιτελείται και ο δεύτερος στόχος της οικουμενικής κίνησης: η ενότητα των Χριστιανών για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της παγκοσμιοποιημένης πλέον κοινωνίας, με την πληθώρα των πολλαπλών ευκαιριών και των ακόμη περισσοτέρων προβλημάτων και απειλών. Ενωμένη η φωνή των χριστιανικών εκκλησιών εναντίον του ρατσιμού, του θρησκευτικού φανατισμού, της γενοκτονίας των Χριστιανών, του αφανισμού του πλανήτη, του σύγχρονου δουλεμπορίου, της κοινωνικής αδικίας, της φτώχειας, της καταστροφής των χώρων λατρείας, της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ολοκληρωτικά καθεστώτα κ.ο.κ., μπορεί να έχει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Σε αυτή την περίπτωση ακούγεται συχνά η κριτική Ορθοδόξων ότι ο θεολογικός στοχασμός έχει υποχωρήσει και τη θέση του πήρε η πολιτική και κοινωνιολογική ανάλυση των προβλημάτων που μαστίζουν την ανθρωπότητα.
Συνεπώς δεν πρόκειται για περιβάλλον με θεολογικό προσανατολισμό, αλλά για διεθνή οργανισμό τύπου Ο.Η.Ε. Η παρατήρηση είναι εν μέρει σωστή, διότι δεν λαμβάνει υπόψη ότι οι Ορθόδοξοι όχι μόνον δεν είναι άμοιροι αυτών των απειλών, αλλά πολύ περισσότερο είναι συχνά θύματα, που έχουν ανάγκη εκτός από την παρέμβαση των διεθνών οργανισμών και από την αλληλεγγύη των υπολοίπων Χριστιανών.[13] Πρόσφατο παράδειγμα οι εκκλήσεις για την απαγωγή των Επισκόπων στη Συρία και τον τραγικό ξεριζωμό των Χριστιανών από τη Μέση Ανατολή. Αλλά και η αντιμετώπιση του ανθρώπινου πόνου και των σύγχρονων θεμάτων της Οικολογίας, της Βιοηθικής και της Ανθρωπολογίας[14] ζητούν και θεολογική προσέγγιση, στην οποία η Ορθοδοξία καλείται να συνεισφέρει αξιοποιώντας δυναμικά τον θησαυρό της πίστεως. Και βεβαίως τα προβλήματα που συζητούνται στο Π.Σ.Ε. δεν είναι ξένα για τις Ορθόδοξες κοινότητες, όπου η Εκκλησία οφείλει να αρθρώνει σοβαρό σύγχρονο λόγο, αποφεύγοντας τον ψόγο, τους εξορκισμούς, την εύκολη καταδίκη, την αδιαφορία ή ακόμη την αυτάρκεια της δικής μας ατομικής σωτηρίας.
Υποστηρίζεται συχνά ότι η ενεργός συμμετοχή των Ορθοδόξων στους διαχριστιανικούς διαλόγους και κυρίως στο Π.Σ.Ε. έγινε για να διευκολύνει την προσέγγιση του κατεκερματισμένου προτεσταντικού κόσμου. Η άποψη όμως αυτή παραγνωρίζει ιστορικά γεγονότα και τον σημαντικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τις αρχές του 20ου αιώνα να αφουγκράζεται τα σημεία των καιρών και να πρωτοστατεί σε διαβήματα για την ενότητα των Χριστιανών.[15] Με τους Λουθηρανούς οι επαφές έγιναν πολύ νωρίς με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωάσαφ Β’ να αποστείλει τον διάκονό του Δημήτριο Μυσό στη Βιττεμβέργη (1559) και τις συζητήσεις του με τον ελληνιστή Μελάχθωνα. Ακολούθησε η αλληλογραφία του Πατριάρχου Ιερεμία Β’ με τους Λουθηρανούς θεολόγους της Τυβίγγης (1576), η οποία κατέληξε σε δογματικό αδιέξοδο, αλλά η επικοινωνία μεταφέρθηκε σε φιλικό επίπεδο, χωρίς να διακοπεί.[16] Με τους Αγγλικανούς και τους Καλβινιστές οι επαφές εγκαινιάστηκαν στις αρχές του 17ου αι. και με τους Παλαιοκαθολικούς στα τέλη του 19ου αιώνα (1874-1875).
Στις αρχές του 20ου αιώνα, εποχή σημαντικών αλλαγών στην ανθρώπινη ιστορία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο επισημαίνει την αναγκαιότητα της ενότητας, πριν να εκδηλωθούν οι παρόμοιες κυοφορούμενες τάσεις στον Προτεσταντισμό. Το 1902 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’, σε εγκύκλιο γράμμα προς τους Προκαθημένους των Ορθόδοξων Εκκλησιών, αναφέρεται στην ανάγκη η Ορθόδοξη Εκκλησία να κάνει διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, τον Προτεσταντισμό και τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες. Το έτος 1904 ο ίδιος Πατριάρχης απευθύνεται στους ίδιους αποδέκτες με αφορμή τις αντιδράσεις και τις απαντήσεις τους και στο Γράμμα του, που θεωρείται ενιαίο με το προηγούμενο, αναφέρεται πάλι στο θέμα των οικουμενικών επαφών με τις ετερόδοξες εκκλησίες. Το έτος 1920 η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποστέλλει εγκύκλιο «Προς τας απανταχού εκκλησίας του Χριστού», όπου τονίζονται τα εξής: «πρώτον αναγκαίαν και απαραίτητον υπολαµβάνοµεν την άρσιν και αποµάκρυνσιν πάσης αµοιβαίας δυσπιστίας και δυσφορίας µεταξύ των διαφόρων Εκκλησιών,…δεύτερον ότι επιβάλλεται ίνα αναζωπυρωθή και ενισχυθή προ παντός η αγάπη µεταξύ των Εκκλησιών, µη λογιζοµένων αλλήλας ως ξένας καί αλλοτρίας, αλλ΄ ως συγγενείς και οικείας εν Χριστώ …”. Πρωταρχική σημασία έχει η ενότητα μεταξύ των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, η οποία είναι και η αφετηρία για την ενότητα του χριστιανικού κόσμου.

Οικουμενική κίνηση – Οικουμενισμός

Η γνωστή λέξη «οικουμένη» είναι επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη γη. Στους ελληνορωμαϊκούς χρόνους σήμαινε την «κατοικουμένη γη», που συνέπιπτε με την έκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με την πολλαπλή χρήση ο προσδιορισμός «γη» εξέπεσε και το επίθετο οικουμένη έγινε ουσιαστικό. Το παράγωγο επίθετο «οικουμενικός», που χρησιμοποιήθηκε για τις Οικουμενικές Συνόδους, σημαίνει τη Σύνοδο της καθόλου Εκκλησίας σε σχέση με τις κατά τόπους. Επίσης αποδόθηκε στον Αρχιεπίσκοπο και Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, της πρωτεύουσας του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους.
H προσέγγιση σε ένα «κοινό οίκο» (οικουμένη) είναι κοινή επιθυμία όλων των Χριστιανών. Το οικουμενικό όραμα προσβλέπει στην αναζήτηση της ορατής ενότητας της Εκκλησίας («…σπουδάζοντες τηρεῖν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν εἰρήνῃ Εφ. 4:3 ) σε όλη την κατοικουμένη γη (Μτ 24:14). Στα τέλη του 19ου αιώνα στους προτεσταντικούς κύκλους σημειώθηκαν προσπάθειες Χριστιανών από διαφορετικές ομολογίες να ενδυναμωθεί η ενότητα,[17] παρά τις σοβαρές πληγές του παρελθόντος και τις κατά καιρούς αποτυχίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιήθηκε η ελληνική λέξη «οικουμένη» και τα παράγωγά της με τη βιβλική τους σημασία. Η λέξη «οίκος» σήμαινε οικία, οικογένεια ή έθνος, «οικουμένη» όλη την κατοικουμένη γη’ «οικουμενικός» ήταν ο ανοικτός σε όλον τον κόσμο ή ο μέτοχος αυτού του κόσμου.
Στο βιβλικό γλωσσικό περιβάλλον η οικουμένη σημαίνει α) όλη την κτίση που ανήκει στον Θεό («τοῦ Κυρίου ἡ γῇ καί το πλήρωμα αὐτῆς, ἡ οἰκουμένη καί πάντες οἱ κατοικοῦντες έν αύτῇ» Ψαλ, 23:1) β) τον τόπο όπου θα ολοκληρωθεί η αποστολή του Χριστού (καί κηρυχθήσεται τό εὐαγγέλιον τοῦτο τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν καί τότε ἥξει τό τέλος. Μτ 24:14), γ) την ενότητα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (ἐγένετο δέ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τήν οἰκουμένην. Λκ 1:1) και δ) όλα τα βασίλεια (καί ἀναγαγών αὐτόν ὁ διαβολος εἰς ὄρος ὑψηλον ἔδειξεν αὐτῷ πάσας τάς βασιλείας τῆς οἰκουμένης ἐν στιγμῇ χρόνου Λκ 4:5).
Το όραμα μιας ενωμένης εκκλησίας[18] που θα διακονήσει τον κόσμο και θα διαδώσει παντού το ευαγγέλιο διατυπώθηκε κυρίως το 1910 στο Εδιμβούργο στην Παγκόσμια Ιεραποστολική Διάσκεψη.[19] Εκεί έγινε απολύτως αισθητή η ανάγκη της ενότητας των Χριστιανών, εφόσον οι ιεραποστολικές προσπάθειες στο Νότιο Ημισφαίριο[20] μαζί με το ευαγγέλιο της χάριτος και της αληθείας μετέφεραν και την οδυνηρή πραγματικότητα ενός πολυδιασπασμένου Χριστιανισμού με τα τραύματα των ομολογιακών συγκρούσεων και θρησκευτικών πολέμων των προηγουμένων αιώνων. Στον νέο αυτό κόσμο οι ιεραπόστολοι αντίκρισαν διαφορετικούς πολιτισμούς από τον Ευρωπαϊκό, πολύ παλαιότερες θρησκείες από τον Χριστιανισμό και ένα επεκτεινόμενο Ισλάμ. Παράλληλα στη γηραιά Ήπειρο ο περιορισμός της θρησκείας στη σφαίρα του ατομικού είχε ήδη αρχίσει και η εκκοσμίκευση είχε από τότε σημάνει την αποψίλωση των πληρωμάτων των χριστιανικών εκκλησιών, η οποία βαθμιαία οδήγησε στο σημερινό επιτακτικό αίτημα του επανευαγγελισμού.
Το 1925 ιδρύθηκε ο κλάδος «Ζωή και Εργασία» (Life and Work) και το 1927 ο κλάδος «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order)τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (1948). Η Ορθόδοξη συμμετοχή και συμβολή παραμένει αποφασιστική από την ίδρυση και των δύο καθώς και του Π.Σ.Ε. ως σήμερα, στις Γενικές Συνελεύσεις, στις διάφορες επιτροπές, στις διασκέψεις, στα συνέδρια και στις συναφείς δραστηριότητες, οι οποίες αυξάνουν και περιπλέκονται μέσα σ’ έναν τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό. Η Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» αποτελεί τον κατ’ εξοχήν θεολογικό τομέα του ΠΣΕ, στον οποίο είναι σημαντική η Ορθόδοξη συμβολή στις θεολογικές συζητήσεις και στα διάφορα θεολογικά κείμενα που έχουν δημοσιευθεί.[21]
Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία άρχισε να ενδιαφέρεται για τον διάλογο με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού[22] και με το Π.Σ.Ε., το οποίο παλαιότερα είχε αποκηρύξει.[23] Ο επίσημος διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών ξεκίνησε με την άρση των αναθεμάτων ως διάλογος αγάπης το 1965, με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα και ύστερα από πρόταση της Β’ Πανορθόδοξης Διάσκεψης στην Ρόδο 1963, όπου προτάθηκε η έναρξη του διαλόγου επί ίσοις όροις. Ακανθώδη προβλήματα εξ υπαρχής το πρωτείο του Πάπα και η Ουνία.

Η πληροφόρηση

Στην Ορθοδοξία «η Εκκλησία δεν νοείται ως ένας σκελετός μιας ιεραρχημένης εξουσίας, αλλά ως λαός. Μέσα στη φυσική και ιστορική διάσταση πορεύεται δραματικά ως σώμα λαού και ιεραρχίας».[24] Κατά την ποικιλία των χαρισμάτων, των διακονημάτων και των αρμοδιοτήτων οι Σύνοδοι των τοπικών Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και στη συνέχεια, οι Πανορθόδοξες Προσυνοδικές Διασκέψεις[25] αποφάσισαν και επαναβεβαίωσαν την ενεργό συμμετοχή στις ποικίλες εκφάνσεις της οικουμενικής κίνησης. Οι εντεταλμένοι εκπρόσωποι των Εκκλησιών εκφράζουν το εκκλησιαστικό πλήρωμα, εκ μέρους του οποίου αποστέλλονται και το οποίο οφείλουν να ενημερώνουν δια των τοπικών Συνόδων. Παρόλα αυτά, επί το πλείστον κυριαρχεί η ολική άγνοια, η αδιαφορία, η μερική γνώση, η ημιμάθεια, η παραπληροφόρηση και όχι σπάνια ο φανατισμός, οι κατηγορίες και η καταδίκη.
Η άγνοια μπορεί να οφείλεται σε πολλές αιτίες. Η μία σχετίζεται με την ίδια τη φύση της συμμετοχής. Αν πάρουμε την περίπτωση του Π.Σ.Ε., η κατανόηση των μηχανισμών είναι επίπονη, η μεθοδολογία των συζητήσεων είναι ξένη προς τους Ορθοδόξους αλλά οικεία στους συνομιλητές, εφόσον στις δικές τους κοινότητες επικρατούν οι ίδιες δομές (κεντρική επιτροπή, εκτελεστική επιτροπή κ.ο.κ.). Οι προφορικές θεολογικές παρεμβάσεις στα όργανα δεν έχουν την άνεση μιας ακαδημαϊκής διάλεξης με παραπομπές και υποσημειώσεις, αλλά απαιτούν αποκρυσταλλωμένο σύντομο λόγο και σε μία ξένη γλώσσα. Χρειάζεται διαρκής εγρήγορση, κατανόηση των συνομιλητών και κωδικοποίηση της Ορθόδοξης παρέμβασης σε σύντομες και σαφείς προτάσεις και με ορολογία κατανοητή από συνομιλητές, οι οποίοι συνήθως αγνοούν τους θεολογικούς όρους της Πατερικής Γραμματείας.
Οι λιγοστοί, λοιπόν, Ορθόδοξοι που συμμετέχουν σε αυτά τα όργανα, κατά την εντολή των τοπικών Συνόδων και τις προσδιορισμένες ποσοστώσεις συμμετοχής στο Π.Σ.Ε., απευθύνονται σε δύο ομάδες αποδεκτών: σε αυτούς για τους οποίους έχουν αποσταλεί και σε αυτούς οι οποίοι τους έχουν αποστείλει. Και οι ίδιοι οφείλουν να γνωρίζουν την Ορθόδοξη παράδοση και να βιώνουν το μυστήριο της πίστεως, ώστε να δίνουν την καλή μαρτυρία στους ετεροδόξους συνομιλητές, οι οποίοι δεν έχουν απροθυμία για να ακούσουν. Απλώς τις περισσότερες φορές έχουν άγνοια, εφόσον η εκκλησιαστική ιστορία που έχουν διδαχτεί μετά βίας ξεκινά από την εποχή του Λουθήρου, συνηθέστερα από τον 18ο ή 19ο αιώνα και με ένα θεαματικό άλμα δεκάδων αιώνων πηγαίνει πίσω στους αποστολικούς χρόνους για να ερμηνεύσει τη Γραφή.
Οι επόμενοι αποδέκτες είναι η Ιερά Σύνοδος που έχει διορίσει τον απεσταλμένο της και αναμένει τη σχετική έκθεση. Εδώ τα πράγματα είναι εξίσου δύσκολα. Οι εκτενείς εκθέσεις δεν είναι ευπρόσδεκτο ανάγνωσμα στη διάρκεια συνοδικών εργασιών αλλά και οι σύντομες ελάχιστα μπορούν να περιλάβουν. Και στις δύο εκδοχές μία ζώσα πραγματικότητα με πολλές παραμέτρους δύσκολα μπορεί να μεταδοθεί με μια γραπτή έκθεση, που υποβάλλεται επί το πλείστον σε καλοπροαίρετα μέλη της Συνόδου, τα οποία επί το πλείστον δεν έχουν ανάλογες ανάλογες εμπειρίες. Οι αντιδράσεις στην καλύτερη περίπτωση είναι οι ευχαριστίες για τον κόπο και η ευλογία να συνεχιστεί η εκπροσώπηση και στη χειρότερη η αναφώνηση: «τί δουλειά έχουμε μέσα σε όλους αυτούς που δεν μας καταλαβαίνουν και δεν είναι σαν κι εμάς!» Υπάρχει επίσης και εμφανής αντίθεση συνοδευόμενη από πολεμική εναντίον συλλήβδην συνομιλητών, Ορθοδόξων τε και ετεροδόξων, που ενθαρρύνει και ενθαρρύνεται από μικρές ομάδες αντιφρονούντων κληρικών, μοναχών και λαϊκών.
Το επόμενο στάδιο είναι η πληροφόρηση των εκκλησιαστικών πληρωμάτων. Τα περισσότερα μέλη αγνοούν αυτές τις πρωτοβουλίες, όμως δεν είναι λίγοι εκείνοι που έχουν οικουμενικές εμπειρίες από την καθημερινή ζωή: την εργασία τους ή τις σπουδές τους μαζί με ετεροδόξους στη Διασπορά και στον ίδιο μας τον τόπο, τους μεικτούς γάμους, τη φιλοξενία συγγενών εξ αγχιστείας κ.λ.π. Όσοι εκκλησιάζονται γνωρίζουν ότι υπάρχουν διαφορές στους εορτασμούς, στα έθιμα, στην προσκύνηση των αγίων και στη θεία λατρεία, αλλά συχνά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «και οι άλλοι είναι καλοί άνθρωποι, απλοί όπως και εμείς». Στη Διασπορά αυτές οι εμπειρίες είναι πολύ πιο συχνές και έντονες. Ως προς την άγνοια είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση μιας δημοσιογράφου, όταν ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ επισκέφτηκε την Αθήνα το 2001: «όσοι ρωτήθηκαν, αγνοούσαν παντελώς τον διμερή θεολογικό διάλογο και το μόνο που κάπως είχαν αμυδρά στη μνήμη τους ορισμένοι ηλικιωμένοι ήταν ο εναγκαλισμός του Πατριάρχη Αθηναγόρα με τον Πάπα Παύλο Στ’.»
Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: ποιος θα τους πληροφορήσει και με ποιον τρόπο, ώστε να ενδιαφερθούν και να θελήσουν να μάθουν; Προφανώς το καθήκον αυτό μεταβιβάζεται στους τοπικούς Επισκόπους και τους ιερείς τους. Αυτό όμως δεν επιτελείται, ίσως γιατί δεν θεωρείται άμεσης προτεραιότητας για τα προβλήματα των Επαρχιών και τις ανάγκες των πληρωμάτων ή ακόμη περίπλοκο χωρίς ορατά αποτελέσματα, οπότε δεν αξίζει η περαιτέρω ενασχόληση. Δεν είναι ίδια η αντιμετώπιση στη Διασπορά, όπου η κάθε ενορία εκ των πραγμάτων συνομιλεί με τις γειτονικές άλλων ομολογιών για κοινά θέματα και είναι ανεπτυγμένα τα τοπικά Συμβούλια όπου συμμετέχουν οι υπεύθυνοι όλων των χριστιανικών εκκλησιών.
Το κενό της υπεύθυνης πληροφόρησης στην ελληνική πραγματικότητα αναπληρώνεται προθύμως από ολιγάριθμες ομάδες, που αντιδρούν με επιθετικό και αποπροσανατολιστικό τρόπο σε κάθε μορφής επαφές, διαθρησκειακές ή διαχριστιανικές. Αλλά και σε διορθόδοξες, εφόσον αντιπαρατάχθηκαν συστηματικά με συντονισμένες προσπάθειες και για τη διεξαγωγή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
Είναι φανερό ότι η ενημέρωση για τη συμμετοχή και την πορεία των διαλόγων είναι χρέος των τοπικών εκκλησιών απέναντι σε όλο το εκκλησιαστικό πλήρωμα. Ακόμη και στους αδιάφορους διανοούμενους, οι οποίοι είναι πολίτες της σύγχρονης εκκοσμικευμένης κοινωνίας, γνωρίζουν τα προβλήματά της και θα ήθελαν να πληροφορηθούν και τις απόψεις της Εκκλησίας ή ακόμη να συμμετάσχουν ως ειδικοί, προσφέροντας τις γνώσεις τους σε καίρια ζητήματα, τα οποία η Εκκλησία καλείται να αντιμετωπίσει. Τέλος όσοι λίγοι ενδιαφέρονται κάπως παραπάνω παρακολουθούν μόνοι τους την πορεία, αναζητώντας σχετικά δημοσιεύματα και ανακοινωθέντα.

Οι αντιδράσεις

Όσοι έχουν επωμιστεί με παρόμοιες αποστολές και συνειδητά συμμετέχουν ποτέ δεν υποστηρίζουν ότι πρόκειται για καταστάσεις αναψυχής και διακοπών. Τα προγράμματα, σε 10ωρη συνήθως ημερήσια βάση με ελάχιστες ενδιάμεσες διακοπές, απαιτούν γνώση των υπό συζήτηση θεμάτων και διαρκή χρήση μιας ξένης γλώσσας. Η εξοικείωση με τους μηχανισμούς υπαγορεύει επιπλέον μακροχρόνιες προσπάθειες καθώς και ουσιαστικές παρεμβάσεις εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο για τις Ορθόδοξες θέσεις. Γενικώς πρόκειται για περιβάλλοντα σκληρά και όχι ειδυλλιακά. Κα ως συνήθως στην επιστροφή επί τα ίδια μετά τη λήξη των εργασιών στις επιτροπές, τις διασκέψεις και τις Συνελεύσεις, αναμένει ένας συσσωρευμένος όγκος προσωπικών εργασιακών υποχρεώσεων. Γι αυτόν τον λόγο συχνά εξαπορούνται, όταν συναντούν τις υβριστικές επιθέσεις διαφόρων αντιτιθεμένων ομάδων, με αναιδείς χαρακτηρισμούς, θρασύτατες συκοφαντίες και εσκεμμένη σπορά ψευδών ειδήσεων εναντίον των πάντων και ειδικότερον των Ορθοδόξων Προκαθημένων.[26]
Η οικουμενική κίνηση (ecumenical movement) χρησιμοποιείται στην Αγγλική γλώσσα από κοινού με τη λέξη οικουμενισμός (ecumenism) με την ίδια σημασία και η παράγωγη λέξη οικουμενιστής (ecumenist) για εκείνον ή εκείνη που ασχολείται θεωρητικά με την ακαδημαϊκή έρευνα και πρακτικά με τη συμμετοχή στους διαλόγους και τις κοινές δράσεις των Χριστιανών, για τους δύο γνωστούς συγκεκριμένους στόχους. Στην Αγγλική γλώσσα ο όρος «οικουμενικός» είχε και μία ακόμη σημασιολογική εξέλιξη και δηλώνει άλλοτε τον διαθρησκειακό ή διαχριστιανικό (πχ ecumenical marriage), ή ακόμη κάτι που περιέχει λίγο από διαφορετικά στοιχεία (πχ ecumenical meal of German, Italian, and Chinese dishes).
Στο λεξιλόγιο των πολεμίων της οικουμενικής κίνησης ο οικουμενισμός εκλαμβάνεται ως «Πανθρησκεία»,[27] ο «οικουμενιστής» ως προδότης της Ορθοδόξου πίστεως, τα οικουμενικά κείμενα ως πολτοποιημένες θεολογικές απόψεις με αλλοιωμένη την Ορθόδοξη πίστη. Όμως στο οικουμενικό γεύμα τα πιάτα είναι διακριτά, ενώ στις εκτιμήσεις των πολεμίων προβάλλονται ως ένα με ποικίλα συστατικά.
Στην αντιρρητική επιχειρηματολογία προβάλλονται ως πειστήρια κατά των «ενόχων» και ποικίλες φωτογραφίες και video, όπου Ορθόδοξοι Ιεράρχες μαζί με υψηλόβαθμους εκπροσώπους άλλων ομολογιών προσεύχονται μαζί, με το σχόλιο «συμπροσευχή μετ’ αιρετικών.» Αυτή όντως η κοινή προσευχή μπορεί να περιλαμβάνει δεήσεις, ψαλμωδίες, απαγγελία της Κυριακής προσευχής, βιβλικά αναγνώσματα, σύντομα κηρύγματα και εκφωνήσεις αιτημάτων. Δεν είναι τέλεση θείας λειτουργίας και πολύ περισσότερο δεν είναι διακοινωνία. Αλλά και πόσο αληθινός Χριστιανός είναι κάποιος που συζητεί, προβληματίζεται και αγωνιά μαζί με άλλους Χριστιανούς για την ενότητα και τα προβλήματα του κόσμου, τρώγει μαζί και ταξιδεύει μαζί και δεν μπορεί να ψάλλει ένα ψαλμό και να αναγνώσει μία βιβλική περικοπή; Συνήθως οι φίλοι τραγουδούν μαζί τον πόνο τους, τα όνειρά τους, την ελπίδα τους και τη χαρά τους. Οι Χριστιανοί, όταν βρίσκονται μαζί, δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο απευθυνόμενοι στον Ένα Θεό; Η κατηγορία που πλανιέται στα διάφορα έντυπα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με ανερμάτιστες επιχειρηματολογίες, αποσπασματικές πληροφορίες και παρερμηνείες εικόνων και κειμένων είναι η «προδοσία» κατά της πίστεως.
Η επιθετική δράση αυτών των ομάδων, που συγκοινωνούν με άλλες παρόμοιες στις παραδοσιακές Ορθόδοξες χώρες της Ευρώπης αλλά και σε άλλες ηπείρους, είναι αρκετά ανασταλτική για το εναργέστερο ενδιαφέρον των τοπικών εκκλησιών για την οικουμενική κίνηση.
Η συνήθης απάντηση των Επισκόπων είναι: «αυτός είναι ο κόσμος μας. Αυτοί έρχονται στην Εκκλησία και αυτοί αυτά πιστεύουν. Οι άλλοι, που δεν έρχονται καθόλου, ας τα ψάξουν μόνοι τους!» Το άμεσο επακόλουθο είναι τα εκκλησιαστικά πληρώματα να μην έχουν πληροφόρηση, αλλά παραπληροφόρηση για θέματα που απηχούν στην ουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας: την ενότητα των Χριστιανών και την κοινή μαρτυρία της εν Χριστώ σωτηρίας.
Η έλλειψη ευρύτερης εκλαϊκευμένης πληροφόρησης για τους διμερείς διαλόγους, την πορεία τους, τα θέματα των συζητήσεων, τις δυσκολίες που προκύπτουν και την αντιμετώπισή τους, η εργώδης συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση, η εγγενής δυσκολία να κατανοηθεί η νοοτροπία των συνομιλητών που προέρχονται από ποικίλες πολιτιστικές παραδόσεις και η υβριστική στάση φανατικών ομάδων για την ορθόδοξη συμμετοχή, οπωσδήποτε έχουν συμβάλει σε κόπωση και σκεπτικισμό για την ενασχόληση με την οικουμενική κίνηση και την τροπή που η ίδια σήμερα έχει πάρει. Το γεγονός αυτό ίσως αποθαρρύνει αρκετούς εγχώριους θεολόγους και διανοούμενους, για να συνεισφέρουν στις σύγχρονες ζυμώσεις. Το ζητούμενο είναι η ακαδημαϊκή θεολογία να διαποτίζεται από την πνευματική εμπειρία και ο θεολογικός λόγος να αγγίζει τις βαθύτερες στοιβάδες της ανθρώπινης ύπαρξης, ώστε να δίνει απαντήσεις για την πορεία της μέσα σε μία κοινωνία με πολλές θρησκείες, πολλές χριστιανικές ομολογίες, ιδεολογίες και προκλήσεις. Μια κοινωνία με καταιγισμό πληροφόρησης, αισθητή αδιαφορία για την πίστη και σταδιακή απομάκρυνση των Ορθοδόξων από την ευχαριστιακή κοινότητα και από τα ζωοποιά Δώρα που προσφέρει.
*Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό “Ανθίβολα”
Παραπομπές
[1] Π.χ. The Global Christian Forum is a movement of representatives from diverse Christian churches, organisations and traditions meeting on an equal basis, to foster mutual respect and to address common challenges together. http://www.globalchristianforum.org/
[2] “Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου.” «Σχέσεις της ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Επίσημα κείμενα Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Κολυμπάρι–Κρήτη 2018. https://www.holycouncil.org/-/rest-of-christian-world.
[3]«Χαίρομεν διότι εἰς τό ἐπίκεντρον τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Συμβουλίου εὑρίσκεται πάντοτε τό ὅραμα τῶν ἐν αὐτῷ δραστηριοποιουμένων Ἐκκλησιῶν διά τήν ἐπίτευξιν, τῇ χάριτι τοῦ Θεοῦ, τῆς ἑνότητος ἐν τῇ αὐτῇ πίστει καί πέριξ τῆς αὐτῆς Εὐχαριστιακῆς Τραπέζης. Ἐξ οὗ ἀκριβῶς καί ἡ κεφαλαιώδης σημασία καί ὁ πρωταγωνιστικός ρόλος τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, εἰδικώτερον δέ τῆς Ἐπιτροπῆς «Πίστις καί Τάξις», εἰς τήν ἐμβάθυνσιν τοῦ εἰς αὐτήν ταύτην τήν οὐσίαν τοῦ Συμβουλίου ἀφορῶντος ἐκκλησιολογικοῦ ζητήματος, ὡς καί εἰς τήν ἀναζήτησιν τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἀποστολήν εἰσέτι δυσεκπλήρωτον καί ἀπό κοινοῦ πορείαν ἐν ἀγάπῃ, εὐθύνῃ καί ἀμοιβαίῳ σεβασμῷ πρός τήν Παράδοσιν καί τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.» Βαρθολομαίου Οικουμενικού Πατριάρχου, Ομιλία επ΄ευκαιρία της εξηκοστής επετείου από της ιδρύσεως του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών, Καθεδρικός Ναός Αγίου Πέτρου Γενεύης, την 17ην Φεβρουαρίου 2008. https://www.patriarchate.org/addresses/-/asset_publisher/npz6Rwvh03aC/content/omilia-ep-eukairia-tes-exekostes.
[4] Ιω. 17:21 «Οὐ περὶ τούτων δὲ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν πιστευόντων διὰ τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἓν ὦσιν· καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν· ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας.»
[5] Οι επίσημες ονομασίες των δύο Εκκλησιών στην οικουμενική κίνηση είναι αντιστοίχως: Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες (Eastern Orthodox Churches) και Αρχαίες Ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες (Oriental Orthodox Churches).
[6] Πβ τη θεολογική προσέγγιση στον διάλογο με τις Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες και τους Παλαιοκαθολικούς http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/eisigiseis/panteleimon_october_2004_2.htm
[7] Η σχέση Λειτουργικής Θεολογίας και Δογματικής αποδίδεται συνοπτικά με τη γνωστή λατινική φράση lex orandi (est) lex credendi.
[8] Η περίπτωση με τους Παλαιοκαθολικούς.
[9] «Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι Θεανθρώπινη κοινωνία, πρόγευση καί βίωση τῶν Ἐσχάτων ἐντός τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ὡς μία διαρκής Πεντηκοστή εἶναι ἀσίγαστη προφητική φωνή, παρουσία καί μαρτυρία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης. Πιστή στήν ὁμόφωνη Ἀποστολική Παράδοση καί μυστηριακή ἐμπειρία ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ὁμολογεῖται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως καί ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τή διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία μας βιώνει τό μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας στή μυστηριακή της ζωή μέ ἐπίκεντρο τή θεία Εὐχαριστία.» Μήνυμα Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» https://www.holycouncil.org/-/message
[10] Αξιοσημείωτη είναι η θέση του καθηγητή Ματσούκα για τον ρόλο της θεολογίας στη ζωή της Εκκλησίας: «Το πνεύμα της ορθόδοξης θεολογίας έχει κατά βάση την Ηρακλείτεια διαλεκτική και όχι τη δυτική διαλεκτική του Εγέλου και του Μαρξ. Γιατί η ηρακλείτεια διαλεκτική δεν ζητάει την κατάργηση των αντιθέσεων και τη σύνθεση’ φτιάχνει την αρμονία των ίδιων των αντιθέσεων… Μέσα στις αντιθέσεις φέρνει την αρμονία και τη δημιουργία , ώσπου να θεραπευτεί η κτίση από τη διάβρωση και τη φθορά.» Νίκου Ματσουκα, “Η Θεολογία ως κριτική αυθεντία της Εκκλησίας από ορθόδοξη άποψη” Δ’ Θεολογικό Σεμινάριο του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, Chambésy, Ιούνιος 1983.
[11] Kεντρική Επιτροπή Π.Σ.Ε.
[12] Πβ Διάλογο Ορθοδόξων με τους Ρωμαιοκαθολικούς, Αγγλικανούς, Λουθηρανούς κ.ο.κ.
[13] Το ίδιο αίτημα περιλαμβάνεται και στην εγκύκλιο της Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1920.
[14] Πβ Θέματα που έχουν σχέση με τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των ομάδων γνωστών με το ακρωνύμιο LGBT (Lesbians, Gays, Bisexuals, Transsexuals).
[15] Για τη σύντομη ιστορική αναδρομή βλέπε: Νικολάου Ματσούκα, Οικουμενική κίνηση, ιστορία-θεολογία, εκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 214-227.
[16] Ιωάννου Καρμίρη, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμος Β’, Αθήναι 1953, σελ. 489: «Τήν ὑμετέραν οὖν πορευόμενοι, μηκέτι μέν περί δογμάτων, φιλίας δέ μόνης, εἰ βουλητόν, γράφετε.»
[17] Πβ τις κινήσεις των νέων YMCA, YWCA (ΧΑΝ και ΧΕΝ αντιστοίχως) από τα μέσα του 19ου αι. και την World Christian Student Federation στα τέλη του 19ου αιώνα.
[18] Για τις ιστορικές χριστιανικές εκκλησίες το όραμα αυτό σήμαινε οπωσδήποτε και ανάλογη θεολογική τεκμηρίωση.
[19] World Missionary Conference, η οποία ενσωματώθηκε στο ΠΣΕ το 1961 ως World Commission on Mission and Evangelism (WCME).
[20] Global South, σύγχρονη ορολογία για τις χώρες του Νοτίου Ημισφαιρίου: της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και της Ν. Α. Ασίας.
[21] Πβ Baptism, Eucharist, and Ministry. Περισσότερα για τα 150 θεολογικά κείμενα που συντάχθηκαν και δημοσιεύθηκαν βλέπε www.oikoumene.org/en/resources/publications/the-ecumenical-movement
[22] Με το διάταγμα περί των αρχών και της πρακτικής του Οικουμενισμού Unitatis Redintegratio (1964)
[23] Η οικουμενική κίνηση είχε καταδικαστεί με την εγκύκλιο Syllabus Errorum (1864) και με την Mortalium Animos (1928).
[24] Ν. Ματσούκα, Η Θεολογία…σελ 217.
[26] Πβ Αντίδραση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας σε συκοφαντικές δυσφημίσεις εναντίον του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου για τη συμμετοχή του στην οικουμενική κίνηση: «Δύο παράδοξες «πρωτοτυπίες» εκκλησιαστικής δεοντολογίας». “Ως δήθεν εξουσίαν έχοντες, αναμασούν τις θέσεις τους εναντίον όσων διαφωνούν με τις απόψεις τους, επιδιώκουν να αμαυρώνουν την εικόνα και το έργο τους, δηλητηριάζοντας μερίδα του Ορθόδοξου πληρώματος. Και το χειρότερο, ταυτίζουν τον εαυτό τους με περιπτώσεις αγίων μορφών στη ζωή της Εκκλησίας μας, που αντιτάχθηκαν ακόμη και σε Ιεράρχες και Συνόδους. Τώρα επιχειρούν να εκτοξεύσουν από την άνεση ενός «Γραφείου» τους «κατακριτικούς» πυραύλους τους και στη γειτονική μαρτυρική Αλβανία. Εδώ όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθεί να αναπτυχθεί μέσα σε μια πολυθρησκευτική κοινωνία και να συμβάλει στην ειρηνική συνύπαρξη των κατοίκων της χώρας. Σε αυτή την άδικη επίθεση αντιδρούμε». http://orthodoxalbania.org/alb/index.php/el/lajme-2/blog/6852-2019-02-07-18-18-44
[27] Βλέπε σχετικά σε συναφή με τη λέξη blogs.
Αναδημοσίευση από Orthodoxia info

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου