Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Η μεταμόρφωση του ανθρώπου και της κοινωνίας στο έργο και το λόγο των Τριών Ιεραρχών


Λόγος που εκφωνήθηκε στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου
στη Ρόδο στις 30-1-2018.
~~~~
Νικολάου Γ. Τσιρέβελου,
Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ-
Καθηγητή στο «Βενετόκλειο» 1ο Λύκειο Ρόδου

Σεβασμιώτατε,
Εντιμότατοι Άρχοντες,
Εκλεκτοί συνάδελφοι,
Αγαπητά παιδιά!
            Σε κάθε εποχή απαντούν διάφορες θρησκευτικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Οι πιο ουσιώδεις όμως διατηρούν τις κατακτήσεις των προηγούμενων γενιών και τις μπολιάζουν στις εκάστοτε σύγχρονες συνθήκες, δημιουργώντας κάτι καινούριο.


Οι σημερινοί τιμώμενοι Τρεις Ιεράρχες, ο Βασίλειος ο Μέγας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, με σθένος και όραμα, αγωνίστηκαν έμπρακτα για την αλλαγή και μεταμόρφωση του κόσμου, ενώνοντας στο έργο τους την αρχαία ελληνική σοφία με τον χριστιανικό εκκλησιαστικό τρόπο ζωής και θέτοντας συνάμα τις βάσεις για την ανακαίνιση της κοινωνίας τους.
Αυτή η δημιουργική τους σύνθεση και το πολυδιάστατο έργο τους οδήγησαν στη θέσπιση της ιδιαίτερης εορταστικής σύναξης από την Εκκλησία κατά τον 11ο αιώνα[1]. Συγχρόνως, αποτέλεσαν τον κυριότερο λόγο για να καθιερωθούν οι Τρεις Άγιοι ως Προστάτες των Γραμμάτων από την Ελληνική Πολιτεία στα μέσα του 19ου αιώνα[2].
Όμως, ποια είναι τα ιδιαίτερα στοιχεία του βίου τους που τους προσέδωσαν αυτή την τιμητική θέση στην ελληνική κοινωνία;
Πώς μπορεί το ανθρωπιστικό τους έργο να παραδειγματίσει τα μέλη της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας μας;
Ας παρακολουθήσουμε ορισμένα στιγμιότυπα από το βίο και τον λόγο τους και στη συνέχεια, ας στοχαστούμε, αν όλα αυτά μπορούν να δώσουν νόημα και στη δική μας καθημερινή ζωή.
Οι Τρεις άγιοι μιλούν επίμονα για ισότητα και ισονομία όλων των ανθρώπων, σε μια εποχή που η κοινωνική ανισότητα και η δουλεία θεωρούνταν αυτονόητες καταστάσεις. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Ποια είναι η διάκριση ανάμεσα σε Αφέντη και δούλο; Ένας είναι ο Δημιουργός των όλων, ένας ο Νόμος της δικαιοσύνης του Θεού και μία η Τελική Κρίση»[3]. Ενώ σε άλλο κείμενό του με ριζοσπαστικό τρόπο αναφέρεται στην ισοτιμία των δύο φύλων[4].
            Εξάλλου, τα κλασικά αντιθετικά σχήματα που ταλανίζουν και  χωρίζουν τους ανθρώπους, όπως η δουλεία και η ελευθερία, η φτώχεια κι ο πλούτος, οι Τρεις Άγιοι τα ονομάζουν «αρρωστήματα» και «επινοήματα της κακίας»[5], που οφείλονται στην κατάχρηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Γι’ αυτό, διαρκώς τονίζουν ότι η υπαρξιακή ελευθερία και ο αληθινός πλούτος βρίσκονται στην τήρηση της θείας εντολής για έμπρακτη αγάπη προς το πλησίον[6].
            Με εναργή λοιπόν διάκριση στηλιτεύουν τα θέματα της πλεονεξίας, της εκμετάλλευσης, της κοινωνικής αδικίας που δεσπόζουν στην εποχή τους, και μάλιστα καταξιωμένα από ήθη και νόμους. Ο Μέγας Βασίλειος ρητά υποστηρίζει την αρχή, ότι ο πλούτος είναι αντιστρόφως ανάλογος της αγάπης, σημειώνοντας ότι «όσο πλεονάζει κανείς στα υλικά αγαθά, τόσο υπολείπεται στην αγάπη»[7].
            Κοινός είναι και ο στοχασμός του Ιωάννη Χρυσοστόμου, ο οποίος παρατηρεί, ότι: «δεν υπάρχει δικό μου και δικό σου»[8], αλλά όλα είναι του Θεού κι εμείς απλώς είμαστε οι διαχειριστές. Γι’ αυτό, εμμένουν στην αθρόα και ανιδιοτελή προσφορά, με σκοπό την ωφέλεια του πλησίον, όπου πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος ανεξάρτητα από το φύλο, το έθνος, τη θρησκεία και την κοινωνική του τάξη. Χρυσός κανόνας είναι τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, που το νόημά τους αποτυπώνεται στην ακόλουθη φράση: ό,τι επιπλέον κατέχετε αποτελεί οφειλή προς αυτούς που στερούνται[9].          
Ωστόσο, και οι Τρεις Άγιοι δεν παραμένουν στην περιγραφή βασικών κοινωνικών καταστάσεων που πρέπει να αλλάξουν, αλλά προχωρούν προσωπικά και σε δημιουργικές πρωτοβουλίες με λόγο έμπρακτο και πράξη ελλόγιμη.     
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, όταν ήταν ακόμη πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, κινητοποίησε ανθρώπους και μέσα πολλά, για να επιτύχει τη συντήρηση 3000 χηρών και εκατοντάδων ξένων, ασθενών, φυλακισμένων. Αργότερα, στην Κωνσταντινούπολη με τις νέες δυνατότητες που του προσφέρει ο Πατριαρχικός Θρόνος, συμπαρίσταται σε 7000 ταλαιπωρημένους και περιθωριακούς ανθρώπους[10].
            Από την άλλη, ο Γρηγόριος ενθρονίζεται Αρχιεπίσκοπος και Πατριάρχης Νέας Ρώμης, όταν όλα είναι σκοτεινά στην πολιτεία και κυριαρχεί η απελπισία εξαιτίας της επικράτησης των οπαδών του Αρείου. Εκεί αποδύεται σε σκληρό αγώνα για να ανατρέψει παγιωμένες καταστάσεις. Κατόπιν παραιτείται από Πατριάρχης, για να διευκολύνει την ειρήνη στο εκκλησιαστικό σώμα[11].  
            Κυριολεκτικά, όμως, εκπληκτική στην κοινωνική δυναμικότητά και την πολυμορφία της προβάλλει η δραστηριότητα του Μεγάλου Βασιλείου. Για να ανταποκριθεί στις ανάγκες της εποχής του -οι οποίες δε διαφέρουν από τις σημερινές-, οργανώνει μια «καινούρια πόλη», που αργότερα πήρε το όνομα του, «Βασιλειάδα». Η πόλη αυτή αποτελούνταν από ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία, νοσοκομεία, ξενώνες και διδακτήρια[12]. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο ίδιος απόφυγε να την αναφέρει στο πλούσιο έργο του. Η λειτουργία αυτής της πόλης-πρότυπο βασίσθηκε σε συγκεκριμένο σχέδιο. Για την οργάνωσή της ο κινητοποίησε πλήθος ανθρώπων, ενώ ο ίδιος μιμούμενος το αυτοθυσιαστικό παράδειγμα του Χριστού διακονία δεν αρνήθηκε τη διακονία των πάσχοντων συνανθρώπων του[13].
            «Οι Τρεις Άγιοι στάθηκαν με στοργή, κατανόηση και ταπείνωση μπροστά στους αδύναμους και με αρχοντική αξιοπρέπεια, τόλμη και ανδρεία μπροστά στους δυνατούς […] Και οι τρεις δέχθηκαν βέλη όχι μόνο από πολιτικούς αλλά και από εκκλησιαστικούς παράγοντες»[14]. Μόχθησαν για μια αλλαγή προς το καλύτερο, με ενθουσιασμό και γενναιότητα.
            Ωστόσο το κρίσιμο σημείο από το οποίο εξαρτάται το βιώσιμο κάθε αλλαγής είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.
Οι Άγιοι Προστάτες των Γραμμάτων έστρεψαν την προσοχή τους στο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης. Στην ουσία και σε καμία περίπτωση στην επιφάνεια. Λέει ο Γρηγόριος στον Επιτάφιο Λόγο του για τον Μέγα Βασίλειο, ότι «φρόντιζε να είναι άριστος κι όχι να φαίνεται»[15]. Η αλλαγή του τρόπου ζωής πρέπει να αρχίσει από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου έχει συντελεσθεί η αρρώστια του εγωκεντρισμού.
Άλλωστε, δικαιοσύνη χωρίς προσωπική γνησιότητα και δίχως εντιμότητα και αξιοπρέπεια είναι ουτοπία. Για να αποδώσει κανείς δικαιοσύνη και να γίνει εργάτης της οφείλει πρώτιστα να την έχει κατακτήσει στην καρδιά του. Για να το πετύχει αυτό απαιτείται να μην είναι διεφθαρμένος από τα υλικά αγαθά ή να χαρίζεται στη διευκόλυνση των φίλων του ή ενεργεί με εχθρότητα προς τον πλησίον του, όπως γράφει ο Μέγας Βασίλειος[16]. Στην ανακαίνιση και τη μετάνοια, στον αγιασμό του ανθρώπινου προσώπου κρύβεται το μυστικό της ουσιαστικής αλλαγής.
            «Και οι τρεις Οικουμενικοί Διδάσκαλοι, πριν γίνουν εξωτερικά οι μάρτυρες της Αλήθειας, αγωνίσθηκαν εσωτερικά για την απελευθέρωσή τους από τη φυλακή των ανθρωπίνων παθών. Έτσι αργότερα μπόρεσαν να ζήσουν και να δράσουν με υπαρξιακή ελευθερία. Ελεύθεροι από την αγάπη για χρήματα, για δόξα, για άνεση˙ ελεύθεροι από την αγάπη για δύναμη, οπλισμένοι όμως με τη δύναμη της αγάπης∙ της αγάπης του Τριαδικού Θεού»[17].
Σεβασμιώτατε,
Οι Τρεις τιμώμενοι σήμερα Άγιοι εναρμόνισαν την κοινωνική δραστηριότητα με τη δημιουργική μοναχικότητα, τη σοφία του κόσμου και την υπέρβασή της, με την αποδοχή του Σταυρού και με τη χαρά του Πάσχα. Κινήθηκαν με πρωτοτυπία και δυναμικότητα με όπλο την πίστη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο πολέμησαν κάθε μορφή κακού στην καθημερινή τους ζωή.
Με το λόγο και τη δράση τους[18] υπερέβησαν χρονικές συμβατικότητες και σύνδεσαν το παρελθόν με το παρόν, με ενόραση πραγματικά προφητική για το μέλλον. Χάρισαν την έμπνευση και τους τρόπους για μια διαχρονική μεταμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Οι Τρεις Άγιοι ζουν στην αιωνιότητα, προσφέροντας απλόχερα το μήνυμα για την κοινωνική και ανανεωτική αλλαγή, με ιδέες ριζικά αναμορφωτικές, που παραμένουν και σήμερα τολμηρές.
            Δεν είναι λοιπόν παρελθόν οι Τρεις Ιεράρχες. Συνεχίζουν να εκφράζουν σταθερά το φρόνημά της Εκκλησίας, ξέχωρα από ηθικιστικούς καταναγκασμούς, αλλά ως εορτή και πανήγυρη μιας νικηφόρας απελευθέρωσης από την τελευταία Βαστίλη του ανθρώπου, τον θάνατο, με οδηγό τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό.
            Κατά την ημέρα αυτή, όλοι μαζί, ας διδαχθούμε από τους εορταζόμενους Ιεράρχες και ο Τρισάγιος Θεός, δια των πρεσβειών των Αγίων Γρηγορίου του Θεολόγου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Μεγάλου Βασιλείου, ας ευλογήσει τον προσωπικό και συλλογικό αγώνα μας!

ΠΗΓΗ: Ι.Μ. ΡΟΔΟΥ
~~~~~~~~~~~~~~~~

[1] Έφη Γαζή, Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών. Μια γενεαλογία του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2004, σελ. 135 κ.ε., όπου και οι σχετικές πηγές.
[2] Αθ. Καλαμάτα, «Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Προσπάθειες συγκρότησης “εθνικοθρησκευτικής συνείδησης” στο χώρο της εκπαίδευσης. Η περίπτωση του Γυμνασίου Μυτιλήνης (1840-1923», Εισήγηση στην Ημερίδα που οργανώθηκε στην Αίθουσα Τελετών του Πρότυπου Πειραματικού Γενικού Λυκείου Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου επ’ ευκαιρία των 100 χρόνων Ελευθερίας της Μυτιλήνης (1912 – 2012) και της γιορτής των Τριών Ιεραρχών, ανακτήθηκε από http://blogs.sch.gr/akalamatas/files/2016/01/%CE%97-%CE%93%CE%99%CE%9F%CE%A1%CE%A4%CE%97-%CE%A4%CE%A9%CE%9D-%CE%A4%CE%A1%CE%99%CE%A9%CE%9D-%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%A9%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%A4%CE%91-%CE%A4%CE%9F%CE%9D-19%CE%BF-%CE%9A%CE%91%CE στις 29-01-2018.
[3] Έπη θεολογικά, ΑΔ΄, 15-16, ΒΕΠΕΣ 61, σελ. 223.
[4] Γρηγορίου Θεολόγου, Εις το ρητόν του Ευαγγελίου: «Ότε ετέλεσεν ο Ιησούς», ΛΖ΄, 12-13, ΒΕΠΕΣ 60, σελ. 56.
[5] Γρηγορίου Θεολόγου, Περί φιλοπτωχίας, ΙΔ΄, 37, ΒΕΠΕΣ 59, σελ. 75.
[6] Ό.π., ΙΔ΄, 5-6, σελ. 76.
[7] Προς τους πλουτούντας, Α΄, 22-23, ΒΕΠΕΣ 54, σελ. 667. Η μετάφραση δική μας.
[8] Ιωάννη Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις Πράξεις των Αποστόλων, 7 PG 60, 66.
[9] Πρβλ. Μεγάλου Βασιλείου, Περί αγάπης της προς Θεόν και πλησίον, Λόγος Γ΄, PG 32, 153: «Ἀπὸ μὲν γὰρ τῆς μάχης ἔχθρα γίνεται, ἀπὸ δὲ τῆς μερικῆς φιλίας καὶ ἑταιρείας ὑποψίαι καὶ φθόνοι γίνονται· πανταχοῦ γὰρ ἡ τοῦ ἴσου στέρησις ἀρχὴ καὶ ὑπόθεσις φθόνου καὶ δυσμενείας τοῖς ἐλαττου μένοις γίνεται. Ὥσπερ οὖν ὁ ἀγαθὸς Θεὸς κοινὴν δίδωσι πᾶσι τὴν τοῦ φωτὸς μετουσίαν, ἀνατέλλων τὸν ἥλιον ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους, οὕτως καὶ οἱ μιμηταὶ τοῦ Θεοῦ κοινήν τε καὶ ὁμότιμον τὴν τῆς ἀγάπης ἀκτῖνα ἐπὶ πάντας φερέτωσαν. Ὅπου γὰρ ἐλλείπει ἡ ἀγάπη, ἐκεῖ πάντως ἀντεισέρχεται τὸ μῖσος».
[10] Δ. Στεφανίδου, Το κοινωνικόν πρόβλημα και ο Χριστιανισμός, Αθήναι 1951, σελ. 166 κ.ε.
[11] Βλ. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄, γ΄εκδ., Αθήναι 2002, σελ. 518-526.
[12] Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον Μέγαν Βασίλειον Επιτάφιος (ΜΓ΄), λδ΄-λστ΄, ΒΕΠΕΣ 60, σελ. 154-155.
[13] Ό.π., λε΄, 136, 15: «Συναγαγὼν γὰρ ἐν ταὐτῷ τοὺς λιμοῦ τραυματίας, ἔστι δὲ οὓς καὶ μικρὸν ἀναπνέοντας, ἄνδρας καὶ γυναῖκας, νηπίους, γέροντας, πᾶσαν ἡλικίαν ἐλεεινήν, πᾶν εἶδος τροφῆς ἐρα νίζων, ὅση τυγχάνει λιμοῦ βοήθεια, ἔτνους τε πλήρεις προ θεὶς λέβητας καὶ τοῦ ταριχευτοῦ παρ᾿ ἡμῖν ὄψου καὶ πένητας τρέφοντος· ἔπειτα τὴν τοῦ Χριστοῦ διακονίαν μιμούμενος, ὃς καὶ λεντίῳ διαζωννύμενος οὐκ ἀπηξίου νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν, καὶ τοῖς ἑαυτοῦ παισίν, ἤτ᾿ οὖν συνδούλοις, πρὸς τοῦτο συνεργοῖς χρώμενος, ἐθε ράπευε μὲν τὰ σώματα τῶν δεομένων, ἐθεράπευε δὲ τὰς ψυχάς, συμπλέκων τῇ χρείᾳ τὸ τῆς τιμῆς καὶ ῥᾴους ποιῶν ἀμφοτέρωθεν».
[14] Αν. Γιαννουλάτου Επισκόπου Ανδρούσης (νυν Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας), «Η μαρτυρία των Τριών Ιεραρχών για την ‘καλήν αλλοίωσιν’ ή η δυναμική μιας καθολικής και συνεχούς αλλαγής», Επισήμων λόγων 1981-82, Αθήναι 1983, σελ. 351.
[15] Γρηγορίου Θεολόγου, Εις τον Μέγαν Βασίλειον Επιτάφιος (ΜΓ΄), ζ΄, ΒΕΠΕΣ 60, σελ. 167: «Εἶναι γάρ, οὐ δοκεῖν, ἐσπούδαζεν ἄριστος». Η μετάφραση στο κείμενο είναι δική μας.
[16] Έπη θεολογικά, ΛΔ΄, 10, ΒΕΠΕΣ 61, σελ. 119.
[17] Αν. Γιαννουλάτου, ό.π., σελ. 354.
[18] Οι Τρείς Άγιοι συνδύασαν αρμονικά στη ζωή τους την πράξη με τον λόγο και οπωσδήποτε μπορούν να χαρακτηριστούν με τα παρακάτω λόγια που αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στον Επιτάφιο  για τον Μέγα Βασίλειο: «Οἱ μὲν γὰρ ἢ βίον μόνον, ἢ λόγον κατωρθωκότες, τῷ ἑτέρῳ δὲ λείποντες, οὐδὲν τῶν ἑτεροφθάλμων, ἐμοὶ δοκεῖν, διαφέρουσιν, οἷς μεγάλη μὲν ἡ ζημία, μεῖζον δὲ τὸ αἶσχος ὁρῶσι καὶ ὁρωμένοις. Οἷς δὲ κατ᾿ ἀμφότερα εὐδοκιμεῖν ὑπάρχει καὶ εἶναι περιδεξίοις, τούτοις καὶ τὸ εἶναι τελείοις καὶ βιοτεύειν μετὰ τῆς ἐκεῖθεν μακαριότητος» (ό.π., ΙΒ΄,15).