Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Ο Χριστός και οι μαθητές Του


Μια αφήγηση με θέμα τη ζωή του Χριστού από τον συνάδελφο θεολόγο Γιώργο Γκρίλη, την οποία θεωρώ συναρπαστική και χρήσιμη για την τάξη και θα ήθελα να σας την παρουσιάσω!

Αντιγράφω από την προσωπική του σελίδα στο Facebook κατόπιν αδείας του.

Μέρες που είναι θυμήθηκα ένα μάθημα στο οποίο όλο και συχνότερα επανέρχομαι: είναι η ‘μικρού μήκους ταινία’ μου, η οποία απαντά σε μία βασική απορία των μαθητών μου. Τα παιδιά έχουν άπειρες απορίες – ενστάσεις, οι οποίες μπορούν να ανακεφαλαιωθούν στην εξής μία: ‘και πώς ξέρουμε κύριε πως ό,τι μας λέτε είναι αλήθεια;’. Οπότε τους παίρνω από το χέρι και πάμε σινεμά.

Για την ακρίβεια δεν χρειάζεται να βγούμε καν από την αίθουσα γιατί δεν πρόκειται για αληθινή ταινία, αλλά για διαδραστική αφήγηση, αλλά νοερά μεταφερόμαστε στην σκοτεινή αίθουσα όπου θα παρακολουθήσουμε το έργο ‘Ο Χριστός και οι μαθητές Του’. Δεν θα μας χρειαστεί ούτε προτζέκτορας, ούτε μηχανή προβολής, ούτε καν σβηστά φώτα για την ταινία, το μόνο που είναι απαραίτητο είναι η διαρκής συμμετοχή σας. Και, είτε επειδή ο Χριστός είναι Θεός (άρα Τον νιώθουμε κάπως απόμακρο σε σχέση με εμάς), είτε επειδή μπορεί να έχουμε κάποιες αμφιβολίες σχετικά με το πρόσωπό Του, εμείς επιλέγουμε να ταυτιστούμε όχι με Αυτόν, αλλά με τους μαθητές Του. Σύμφωνοι; Πάμε λοιπόν…
Μία ωραία λοιπόν πρωία βλέπουμε έναν τύπο από τη Ναζαρέτ, με μακριά μαλλιά και μούσια (καλή ώρα σαν τον καθηγητή μας), ονόματι Ιησού, να πλησιάζει έναν ψαρά, τον Ανδρέα, στις όχθες του Ιορδάνη και να του ζητάει να τα αφήσει όλα (ψαροκάικα, οικογένεια, δουλειά, τα πάντα όλα) και να τον ακολουθήσει. Τι νομίζετε ότι θα του απαντήσει αυτός;

(Οι απαντήσεις που συνήθως μαζεύονται είναι: ‘Όχι, Μπα, Ξέχασέ το, Τι λες τώρα; Γιατί;’ Και η ταινία – διήγηση μόλις άρχισε ….)
Κι όμως, θέλετε επειδή οι δύο άνδρες γνωρίζονταν από πριν, θέλετε επειδή ο Ανδρέας ήταν μαθητής του Ιωάννη του Πρόδρομου, θέλετε επειδή ο Ιησούς ενέπνευσε τεράστια εμπιστοσύνη στον Ανδρέα, θέλετε επειδή ο σκηνοθέτης μας πίνει από τα ληγμένα (χαχαχα! Ακούγεται εδώ), ο Ανδρέας όχι μόνο θα πει ‘Ναι’ και θα ακολουθήσει, αλλά θα φέρει και τον αδερφό του Σίμωνα, που ο Ιησούς θα μετονομάσει αργότερα σε Πέτρο επειδή ήταν σταθερός στις αποφάσεις του σαν πέτρα – καλό είναι να το θυμόμαστε αυτό στην συνέχεια της δράσης. Ακολουθούν δύο ακόμη αδέρφια, ο Ιωάννης και ο Ιάκωβος, δυο καλά φιλαράκια ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ και σιγά – σιγά μαζεύεται μία δυνατή παρέα, μία ντουζίνα μαθητών που ακολουθούν τον Ιησού στις περιοδείες Του στα χωριά αρχικά της Γαλιλαίας, αργότερα σε όλο το Ισραήλ, αλλά ακόμη και σε κάποιες ειδωλολατρικές περιοχές. 
Στις περιοδείες αυτές τον ακούνε να διδάσκει… (αχ, ο σκηνοθέτης πάσχει από Αλτσχάιμερ, μήπως θυμόμαστε πώς λέγονταν οι μικρές ιστορίες με τις
οποίες δίδασκε ο Ιησούς; - Παραβολές… - Μπράβο, σωστά, παραβολές!) και το πλήθος να τον ακούει μαγεμένο… Βλέπετε ο Ιησούς, σε αντίθεση με τον δικά σας δάσκαλο που κόβεις φλέβες από την ανία να τον ακούς (ναι, χαχαχα ξανά, αλλά κάποιοι σίγουρα θα συμφωνήσουν με τη διαπίστωση!), ήταν ιδιαίτερα προικισμένος και χαρισματικός. Σιγά – σιγά η φήμη Του εξαπλώθηκε παντού, μάλιστα όταν κάποια στιγμή στείλανε οι φαρισαίοι φρουρούς να Τον συλλάβουν, αυτοί γυρίσανε άπρακτοι λέγοντας ότι ‘ποτέ δεν ακούσαμε άλλον να μιλάει σαν Αυτόν!’ Οι μαθητές είναι συνέχεια δίπλα Του και εισπράττουν όλη αυτή την αγάπη του κόσμου. Τι νομίζετε ότι νιώθουν;
(Χαρά, ενθουσιασμό, τυχεροί που είναι δίπλα Του, μαγεύονται να Τον ακούνε…)
Παράλληλα τώρα με την διδασκαλία Του τον βλέπουν να κάνει κάποια πράγματα πολύ μυστήρια και παράξενα – ‘θαύματα’ τα λέμε εμείς σήμερα, ‘σημεία’ τα αποκαλούσαν τα Ευαγγέλια. Τον βλέπουν να θεραπεύει έναν εκ γενετής τυφλό αλείφοντας λάσπη στα μάτια του, να λέει στον ανάπηρο ‘πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα’ και αυτός να το κάνει, να…, να… - αχ, με αυτό το άτιμο αλτσχάιμερ κινδυνεύει να τιναχτεί η ταινία στον αέρα – θυμόμαστε άλλα ‘σημεία’ να το σώσουμε; (η κατάπαυση της τρικυμίας, περπάτημα πάνω στα νερά, θεραπεία λεπρών – μπράβο!). Και καθ’ όλη τη διάρκεια όλων αυτών οι μαθητές είναι πάντα δίπλα Του. Τι νιώθουν;
(Απορία, πώς τα κάνει όλα αυτά;, δέος, μία υποψία ότι αυτός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, ίσως είναι ο Μεσσίας, μα ποιος είσαι ο Γιούρι Γκέλερ;….)

Κάποια στιγμή αποφασίζει να κατέβει στα Ιεροσόλυμα κι εμείς τον ακολουθούμε. Καθ’ οδόν όμως μαθαίνει ότι ο φίλος Του ο Λάζαρος είναι βαριά άρρωστος κι έτσι κάνουμε μία παράκαμψη και στρίβουμε για το χωριό του Λάζαρου, την Βηθανία. Εκεί, έξω από το χωριό Τον προλαβαίνει η αδερφή του Λάζαρου η Μάρθα λέγοντάς Του ότι αν ήταν εδώ ο Λάζαρος θα είχε σωθεί, τώρα όμως είναι αργά, έχει τέσσερις μέρες που πέθανε. Ο Χριστός δακρύζει και ζητάει να Τον οδηγήσουν στον τάφο. Εκεί προσεύχεται και βγάζει μία μεγάλη κραυγή: Λάζαρε δεύρο έξω! Και τότε συμβαίνει το απίστευτο: ο Λάζαρος, τέσσερις μέρες νεκρός, ανοίγει την ταφόπλακα και βγαίνει έξω! Εμείς είμαστε εκεί, αυτόπτες μάρτυρες στο γεγονός. Πώς νιώθουμε; 
(Δέος, κατάπληξη, εντάξει ο σκηνοθέτης το τερμάτισε, τι πίνει είπαμε;, δεν μπορεί να είναι ένας κοινός άνθρωπος, σιγουριά, εμπιστοσύνη, είναι ο Υιός του Θεού!…) 
Συνεχίζεται η πορεία προς τα Ιεροσόλυμα. Η φήμη του έχει εξαπλωθεί, τον υποδέχονται μικροί και μεγάλοι φωνάζοντας ‘ωσαννά’ και ‘δόξα εν υψίστοις’ πετώντας βάγια και φοινικόκλαδα, ο ίδιος μπαίνει στην πόλη θριαμβευτικά επάνω σε ένα γαϊδουράκι κι εμείς, οι πρώην ταπεινοί και άσημοι ψαράδες είμαστε εκεί, δίπλα Του, είμαστε μέρος αυτού του θριάμβου, τα χειροκροτήματα και οι ιαχές του πλήθους μας αφορούν! Τι νιώθουμε;

(Τεράστια χαρά, ΤΙ ζω ρε φίλε;, φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, σιγουριά, αγάπη προς Αυτόν, καλά κάναμε και αφήσαμε την ζωή μας πίσω, δικαίωση, είναι ο Μεσσίας που περιμέναμε!...)
Ελάχιστες μέρες μετά, μας ζητάει να φάμε μαζί το Πασχαλινό δείπνο. Εκεί μας πλένει τα πόδια λέγοντάς μας ότι ο Υιός του Θεού ήρθε για να υπηρετήσει και όχι να υπηρετηθεί, μας ζητάει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο στη ζωή μας, μας αποκαλύπτει ότι κάποιος από εμάς θα Τον προδώσει, ο Ιούδας φεύγει από το τραπέζι και μετά αποσυρόμαστε στον κήπο της Γεσθημανή για να προσευχηθούμε. Μας ζητάει να
προσευχηθούμε γι’ Αυτόν όλο το βράδυ, αλλά εμείς είμαστε πολύ κουρασμένοι και μας νικάει ο ύπνος. 
Μας ξυπνάει και μας μαλώνει, μας ζητάει να μην σταματήσουμε να προσευχόμαστε, αλλά εμείς ξανακοιμόμαστε κουρασμένοι. Αυτό γίνεται ξανά και ξανά. Στις συνεχείς επιτιμήσεις του Χριστού, απαντάει ο Πέτρος λέγοντας ‘μην φοβάσαι, ότι κι αν συμβεί εγώ θα είμαι δίπλα σου!’, αλλά ο Ιησούς του λέει ‘μην λες μεγάλες κουβέντες Πέτρο, σήμερα πριν λαλήσει ο πετεινός θα με αρνηθείς τρεις φορές’. 
(Προφανώς κάτι πολύ σημαντικό, κάτι τραγικό θα συμβεί αυτό το βράδυ, πιστεύετε ότι οι μαθητές το έχουν αντιληφθεί; -Σίγουρα όχι)
Εκείνη τη στιγμή, πλησιάζει η ρωμαϊκή φρουρά με τον Ιούδα μπροστάρη, αυτός φιλάει τον Ιησού και οι ρωμαίοι τον συλλαμβάνουν. Τον οδηγούν στο σπίτι του αρχιερέα Άννα και μετά στου Καϊάφα. Ο Πέτρος είναι ο μόνος μαθητής που Τον ακολουθεί (Σκληρό σαν πέτρα, τον είχε αποκαλέσει ο Ιησούς – το θυμόμαστε; ). Όμως μία υπηρέτρια, μία δούλα, τον αναγνωρίζει και τον ρωτάει αν ήτανε μαθητής Του. Αυτός έντρομος απαντάει ‘δεν τον γνωρίζω αυτόν τον άνθρωπο!’ (Η Πέτρα έσπασε, έγινε θρύψαλα μπροστά στη βλοσυρή ματιά μιας… δούλας – ας μας μείνει αυτό για τη συνέχεια). Τον αναγνωρίζουν κι άλλοι και τον ρωτούν το ίδιο πράγμα, ο Πέτρος αρνείται τον Χριστό ξανά. Τον πλησιάζουν ρωτώντας τον το ίδιο πράγμα κι αυτός το βάζει στα πόδια φωνάζοντας πως δεν ξέρει για ποιο πράγμα του μιλάνε. Κι εκείνη τη στιγμή ο πετεινός ανακοινώνει τον ερχομό της καινούριας ημέρας. Ο Πέτρος βάζει τα κλάματα. Γιατί; Τι νιώθει εκείνη τη στιγμή;

(Θυμήθηκε τα λόγια του Ιησού, απορεί ίσως πώς να το ήξερε αυτό, νιώθει ότι Τον πρόδωσε…)
Ξημερώνει η καινούρια ημέρα, αλλά δεν είναι καθόλου ευχάριστη για εμάς του μαθητές. 

Ο Χριστός οδηγείται στον Ρωμαίο διοικητή, τον Πόντιο Πιλάτο, για να δικαστεί. Εκεί το πλήθος που λίγες ημέρες πριν τον υποδεχόταν σαν βασιλιά, τώρα ούρλιαζε αφηνιασμένο ‘άρον, άρον, σταύρωσον αυτόν!’ Και πραγματικά, Του φοράνε ακάνθινο στεφάνι για να Τον χλευάσουν και να Τον εξευτελίσουν, Τον μαστιγώνουν, Τον γδύνουν, Τον φτύνουν και Του δίνουνε να ανεβάσει στον Γολγοθά τον Σταυρό Του. Και Αυτός που μέχρι εχθές το βράδυ Τον είχαμε πιστέψει για Θεό και μακαρίζαμε τον εαυτό μας που αφήσαμε τα πάντα για να είμαστε δίπλα Του, τώρα δεν μπορεί να πάρει τα πόδια Του, δεν έχει καν τη δύναμη να κουβαλήσει τον Σταυρό και λιποθυμάει… Τον ανεβάζουν στο Σταυρό σαν τον τελευταίο εγκληματία, μοιράζουν τα ρούχα Του, διψάει κι αυτοί Του δίνουν ξύδι και χολή και τον κοροϊδεύουν λέγοντάς Του ‘αφού είσαι ο Μεσσίας που λες γιατί δεν κατεβαίνεις από τον Σταυρό;’ Και εμείς, οι μαθητές Του, οι άνθρωποι που αφήσαμε τις δουλειές μας, τις οικογένειές μας, τη ζωή μας όλη για να Τον ακολουθήσουμε, εμείς που νιώθαμε δέος και σιγουριά και δικαίωση δίπλα Του, εμείς που πιστέψαμε σ’ Αυτόν, που Τον εμπιστευτήκαμε, που Τον αποκαλέσαμε Υιό του Θεού και Μεσσία, είμαστε αναγκασμένοι να το παρακολουθούμε όλο αυτό, αδύναμοι να κάνουμε οτιδήποτε, αλλά το χειρότερο είναι ότι και Αυτός, ο Κύριός μας, φαίνεται και είναι αδύναμος να κάνει οτιδήποτε για να υπερασπίσει τον εαυτό Του από αυτό τον διασυρμό, από αυτή την απίστευτη, την τόσο οδυνηρή ταπείνωση, από αυτόν τον εξευτελισμό... Τι νιώθουμε;
(Απογοήτευση μεγάλη, αγωνία, προδομένοι, ντροπή, μα γιατί δεν κατεβαίνει να τουςε βουλώσει τα στόματα;, μήπως κάνει κάτι την τελευταία στιγμή;, όχι δεν ήταν ο Μεσσίας, δεν ήταν ο Κύριός μας, δεν ήταν ο Υιός του Θεού, άδικα τον εμπιστευτήκαμε, μας πρόδωσε…)

Κι εκείνη εκεί, την πιο κρίσιμη στιγμή, την ώρα που λέει το ‘Ηλί, ηλί λαμά σαβαχθανί;’ ‘Κύριε, γιατί με εγκαταλείπεις;’, κάτω από τον βάναυσο και ξερό, τον απάνθρωπο ήλιο της ανοιξιάτικης Ιερουσαλήμ, τη στιγμή που ο ιδρώτας Του πέφτει σαν σταγόνες αίματος με θόρυβο στο σκληρό, άγονο χώμα του Γολγοθά, την ώρα που η αγωνία μας έχει χτυπήσει κόκκινο και η απογοήτευσή μας έφτασε στο απροχώρητο, εκείνη τη στιγμή που νιώθουμε τη χλεύη του πλήθους να μας φτύνει στο πρόσωπο, εκείνο το τελευταίο δευτερόλεπτο που ανοίγει το στεγνωμένο στόμα για να ψελλίσει ‘Τετέλεσται…’, εκείνο ακριβώς το δέκατο του δευτερολέπτου, εκείνη την πιο ακριβή στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας, εκείνη, εκείνη ακριβώς τη στιγμή………………..
(Δεν ακούγεται ανάσα….)
…εκείνη λοιπόν τη στιγμή χτυπάει το κουδούνι και βγαίνουμε διάλειμμα! (Κάποια παιδιά γελάνε κάποιοι ξενερώνουν ένα ‘ε, όχι…’ ακούγεται και συνειδητοποιούμε ότι όντως τόση ώρα βλέπουμε ταινία. Περιγράφουμε τι κάνουμε στο διάλειμμα: πίνουμε Coca Cola, τρώμε κανένα πατατάκι, μπαίνουμε στο φουβου να δούμε πόσα like μάζεψε η ανάρτηση που κάναμε ότι πάμε σινεμά, είπαμε για τον ΠΑΟΚ και τον Ολυμπιακό, για το μανό που ξέβαψε, τι φαγητό να έκανε η μαμά στο σπίτι, την άσκηση στα Μαθηματικά που δεν κάναμε… Ξεχαστήκαμε πάντως - ίσως και να μην μας ξετρέλανε η ταινία, τι λέτε; - και πέρασε η ώρα και μάλλον θα κοντεύει να τελειώσει τώρα πια, αλλά τι λέτε δεν πάμε να δούμε τουλάχιστον το τέλος, μην πάει και χαμένο το εισιτήριο; ) Και μπαίνουμε ξανά μέσα διακριτικά και βλέπουμε δύο τύπους γνωστούς μας (είναι ο Πέτρος και ο Ιωάννης) σ’ ένα δικαστήριο. Εβδομήντα δικαστές ψηλά στα έδρανα και ο Μέγας Αρχιερέας, επίγειος Θεός πιο ψηλά απ’ όλους, με εξουσία ζωής απέναντι στους κατηγορούμενους που στέκονται σαν μύγες μπροστά στους δικαστές, οι οποίοι τους λένε να σταματήσουν να διαδίδουν τις ανοησίες που λένε διαφορετικά θα έχουν την τύχη του Δασκάλου τους. Και λέμε, ‘Επ, χάσαμε κάποιο επεισόδιο μάλλον…’ Και βλέπουμε τον Πέτρο, ναι, τον ίδιο Πέτρο που φοβήθηκε και πρόδωσε τον Ιησού μπροστά σε μία δούλα, τώρα να υψώνει ανάστημα στο φοβερό και τρομερό Μεγάλο Συνέδριο των Ιουδαίων και να λέει: ‘Μπορείτε να μας σκοτώσετε αν θέλετε, αλλά εμείς δεν μπορούμε να μην μιλάμε για όσα είδαμε και ακούσαμε!’ Και λέμε: ‘Ώπα ρε συ τι έγινε; Τι χάσαμε τέλος πάντων; Τι έγινε και βρήκε αυτός το χαμένο του θάρρος;’
 Και προχωράει η ταινία και βλέπουμε τον ίδιο τον Πέτρο (ναι, αυτόν που έκλαιγε, δειλός, μπροστά σ’ έναν κόκορα) να σκοτώνεται μάρτυρας του Χριστού στον διωγμό του Νέρωνα μαζί με τον Παύλο, τον Ανδρέα να σταυρώνεται σε σχήμα Χ στην Πάτρα, τον έναν μετά τους άλλους μαθητές να γίνονται όλοι μάρτυρες του Χριστού και λέμε: ‘Ώπα ρε φίλε, εδώ χάσαμε κάτι σημαντικό! Εμείς τους αφήσαμε δειλούς και προδομένους να έχουν μετανιώσει την ώρα και τη στιγμή που αφήσανε τα πάντα για να ακολουθήσουν τον άνθρωπο αυτό, τους αφήσαμε να έχει καταρρεύσει όλη αυτή η Πίστη και η Εμπιστοσύνη και η Σιγουριά που νιώθανε δίπλα Του σαν χάρτινος πύργος εκεί, στον Γολγοθά και τώρα τους βλέπουμε να δίνουν με απίστευτο θάρρος και αυτοθυσία την ίδια τους τη ζωή γι’ Αυτόν! Τι έγινε ρε γμτ; Τι παίχτηκε; Τι χάσαμε τέλος πάντων όση ώρα χαζολογούσαμε στο διάλειμμα; Ποιο είναι αυτό το επεισόδιο που έδωσε Άλλο νόημα στη ζωή των μαθητών κι εμείς το χάνουμε και το θυσιάζουμε όση ώρα χάνουμε τη ζωή μας σαν τους χαζούς; Τι είναι αυτό που έκανε τους μαθητές ατρόμητους κι εμείς δεν το ‘χουμε; Τι χάσαμε; Τι χάνουμε; Τι;’ (Κάποια χέρια δειλά στην αρχή θα σηκωθούν, όση ώρα τρέχουν τα ‘γιατί’ σαν φλόγες θα γίνουν και πιο σίγουρα, δίνω τον λόγο σε κάποιον να μας πει το Μυστικό. Παίρνω κιμωλία και γράφω τη λέξη με κεφαλαία στον πίνακα.) 

‘Σωστά, αυτό είναι. Ο απόστολος Παύλος λέει ότι αν αφαιρέσεις από τον χριστιανισμό την ΑΝΑΣΤΑΣΗ (ε, ναι, αυτή είναι η λέξη, καλά το μαντέψατε) τότε δεν απομένει τίποτα – και έχει δίκιο. Σήμερα μας φαίνονται δεδομένα πολλά πράγματα στην Εκκλησία, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Ο Χριστιανισμός όταν ξεκίνησε δεν ήταν καν νόμιμη θρησκεία, το αντίθετο, επί τρεις αιώνες σχεδόν γνώρισε τους διωγμούς από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι πρώτοι που μαρτύρησαν για τον Χριστό ήταν οι δικοί Του άνθρωποι. Αυτοί που Τον εμπιστευτήκανε, Τον πίστεψαν σαν Θεό, απογοητευτήκανε από Αυτόν στον Σταυρό, τον είδαν όμως μετά Αναστημένο και το γεγονός αυτό καθόρισε όλη τους την ύπαρξη. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άραγε; Ζητάμε αποδείξεις για το αν υπήρξε ο Χριστός, αν ήταν όντως ο Μεσσίας και δεν βλέπουμε ότι έχουμε ήδη όσα μας χρειάζονται για πιστέψουμε μέσα στο διαρκές αυτό Θαύμα που λέγεται Εκκλησία, Σώμα Χριστού. Το Θαύμα αυτό που λαμβάνει υπόσταση από την Ανάσταση του Χριστού, την ίδια αυτή Ανάσταση που βιώνουμε αδιάλειπτα επί 2000 χρόνια στην Εκκλησία και είναι αυτή που μετατρέπει την Πίστη και την Ελπίδα σε Εμπιστοσύνη και Σιγουριά ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι δεν είναι άνισος ο αγώνας μας, ούτε η ζωή μας μάταιη και ότι δεν θα νικηθούμε τελικά από τον θάνατο και όπως πολύ εύστοχα λέει κι ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου σ’ ένα τραγούδι του: ‘Δεν θα πεθάνουμε ποτέ νεκροθάφτη!...’ 

Η Ανάσταση του Χριστού είναι αυτή που έδωσε νόημα στη ζωή των μαθητών Του, αυτή που έδωσε υπόσταση στην Εκκλησία, αυτή που μπορεί να δώσει νέο νόημα και αληθινή υπόσταση και στη δική μας ζωή, αρκεί να Τον πιστέψουμε. Αρκεί να Τον εμπιστευτούμε…
Χριστός Ανέστη