Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΕΝΑ ΡΩΜΑΛΕΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ


Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο "NULA DIES SINE LINEA" του συναδέλφου θεολόγου, Δρ. Αθανασίου Καλαμάτα. Οι εικόνες είναι δική μου επιλογή, εκτός από εκείνη του αείμνηστου καθηγητή Νίκου Ματσούκα.

Σχολιάζει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Συχνά – πυκνά, κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής, από χείλη πολλών ιερέων, θεολόγων, θεοσεβούμενων και ουκ ολίγων χριστιανομαθημένων ακούγονται πολλά για τη σχέση του ανθρώπου με το Θεό, ιδιαίτερα βέβαια, εκείνη τη σχέση, την ανηφορική – κατά τον Νίκο Καζαντζάκη – που διαμέσου της νηστείας και της μετάνοιας οδηγεί στην αγκαλιά του Θεού. Τα περισσότερα απ’ αυτά που ακούγονται, λυπάμαι που το καταγράφω, ουδεμία σχέση έχουν με τη θεολογική και εκκλησιαστική πραγματικότητα, έτσι όπως αυτή ατόφια βγαίνει από τη βιβλική και πατερική παράδοση. Πρόκειται για εκείνον το λανθάνοντα θεολογικό και εκκλησιαστικό λόγο, τον οποίο ο αξέχαστος δάσκαλός μου στη θεολογική Σχολή ΑΠΘ Νίκος Ματσούκας, χαρακτήριζε ως τον κρότο που κάμουν όσοι επικαλούνται βιβλικά και πατερικά κείμενα· κι αυτόν τον κάμουν για να καλύψουν την αμηχανία και τις οποιεσδήποτε αγκυλώσεις τους. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.


Έναντι αυτής της θεολογικής αφασίας δημοσιεύω εδώ αυτούσιο απόσπασμα από ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του αειμνήστου δασκάλου μου. Κείμενο που έχει θεολογική και λογοτεχνική αξία. Όσοι με προσοχή το διαβάσουν, ίσως κατανοήσουν τι σημαίνει ανηφορική συνάντηση με τον Σταυρωθέντα και Αναστάντα Χριστό. Γράφει, λοιπόν, ο αξέχαστος δάσκαλός μου Νίκος Ματσούκας, στο βιβλίο του Γλυκόπικρες ρίζες, (1991), Θεσσαλονίκη: Βάνιας, σσ. 142-146:
«Η πρώτη γνωριμία μου με τη θρησκεία ήταν ο φόβος. Θα ήμουν πέντε ή έξι χρονών, όταν πέρασα μια ολάκερη μαρτυρική εβδομάδα, έως ότου φτάσει η μέρα που θα μεταλάβαινα. Λίγο πριν απ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα, η μητέρα μας είπε πως όλοι θα μεταλαβαίναμε τη Μεγάλη Πέμπτη. Ως τότε έπρεπε να νηστέψουμε, να μη φάμε διόλου κρέας, τυρί, γλυκά, γάλα κι ό,τι άλλο απαγορεύει η νηστεία. Την άλλη μέρα, χωρίς να σκεφτώ τι έκανα, μηχανικά κι από πείνα άνοιξα το φανάρι και πήρα μια φέτα ψωμί με τυρί, όπως το συνηθίζαμε. Αμέριμνος εκείνο το απόγευμα μασούσα το ψωμάκι μου, όταν με πρόσεξαν οι δικοί μου, αδέλφια και μάνα – δε θυμάμαι ακριβώς ποιοι ήταν – κι έμπηξαν κάτι κραυγές, που μπορούσαν να σε λαχταρίσουν μέχρι θανάτου. Άξαφνα, εκεί στην αυλή, βλέπω μπροστά μου τη μάνα απογοητευμένη και θυμωμένη, άλαλη και χτυπημένη, δείχνοντάς μου το τυρί με το δάχτυλο, κι εγώ τότε θυμήθηκα. Ένιωσα τα γόνατά μου να τσακίζονται, ενώ συνάμα κάποιου τη φωνή την έπιασα κυριολεκτικά αλαφιασμένος: “τη Μεγάλη Πέμπτη, στην εκκλησιά, ο παπάς θα σου κόψει τη γλώσσα”. Αμέσως περίλυπος παρέδωσα το υπόλοιπο ψωμοτύρι, κι άρχισα να βάζω κάποια τάξη στην μπερδεμένη πια σκέψη μου, για να δω τι είχα κάνει και τι θα πάθαινα ενδεχονως.

Έμεινα λίγη ώρα συντριμμένος και βαθιά συλλογισμένος. Μετά πάσχιζα να βρω έναν τρόπο που θα διόρθωνε τα πράγματα. Εξέταζα όλες τις πιθανότητες. Στην αρχή πίστεψα πως ο παπάς μπορούσε να μου κόψει τη γλώσσα, αλλά οι δικοί μου δε θα τον άφηναν, δεν ήταν μπορετό να συνέβαινε ένα τέτοιο φοβερό πράγμα, κι οι δικοί μου, που με πρόσεχαν σαν τα μάτια τους μην πέσω και χτυπήσω λιγάκι, να μείνουν εντελώς αδιάφοροι ή να συμφωνήσουν. Έπειτα δεν απέκλεισα και το ενδεχόμενο οι δικοί μου να μη με πάνε στην εκκλησιά, αλλά να μ’ αφήσουν μόνο στο σπίτι. Όμως έπρεπε να μεταλάβω κι εγώ εξάπαντος. Θα με πήγαιναν λοιπόν, αλλά δε θα άφηναν τον παπά να κάνει τη φοβερή αυτή πράξη – αυτό ήταν πια σίγουρο. Άλλο ενδεχόμενο ήταν να μη βρισκόταν κανένας παπάς που θα ήθελε να κάνει αυτή την πράξη. Πολλά ενδεχόμενα, λοιπόν, αλλά και πλήθος τυραννικές αμφιβολίες. Από μερικές εμπειρίες μου, πίστευα πως η εκκλησία ήταν ένα πράγμα πέρα για πέρα διαφορετικό από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος. Θα μπορούσαν όλες αυτές οι υποθέσεις και τα ενδεχόμενα να μην ισχύουν στο χώρο της. Η εκκλησία για μένα ήταν πραγματικά ο οίκος του φοβερού Θεού, που περισσότερο απειλούσε τα παιδιά, παρά τους μεγάλους.
Ένα αλάθητο ένστικτό μου έλεγε πως μια τέτοια μεγάλη συμφορά δε θα άφηνε ασυγκίνητες τη μάνα μου και την αδελφή μου, κι αποφάσισα να τις πλησιάσω, για να δω τις αντιδράσεις τους. Αλλά καθώς τριγύριζα στα πόδια τους, δεν έβλεπα να με προσέχουν ιδιαίτερα, απεναντίας μάλιστα, ήταν πολύ αδιάφορες. Μήτε λυπημένες τις έβλεπα, μήτε πως μου δείχνουν έστω και μια μικρή συμπάθεια μπορούσα να διαπιστώσω. Είπα σε μια στιγμή να τις ρωτήσω, αλλά από φόβο έβαζα φρένο σε μια τέτοια απόφαση. Προτιμούσα την αμφιβολία, παρά τη φοβερή βεβαιότητα.
Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Ματσούκας
Το πρωινό της Μεγάλης Πέμπτης, μολονότι η κρίση μιας καλπάζουσας φοβίας είχε κορυφωθεί, αισθανόμουνα ανακούφιση. Επιτέλους θα ξεκαθαρίζονταν τα πράγματα! Έτσι, από ό,τι θυμάμαι, στην εκκλησιά μπήκα τρακαρισμένος, αλλά αποφασιστικός. Κι έπειτα, για πρώτη φορά, με κυρίεψε ένας σωτήριος και λαγαρός ορθολογισμός. Πολύ σωστά, ο παπάς θα μπορούσε να μου κόψει τη γλώσσα, αλλά πώς θα ήξερε την πράξη μου; Αδύνατο πέρα για πέρα. Απέκλεια τελείως το ενδεχόμενο οι δικοί μου να μαρτυρούσαν την αλήθεια. Πάντως, τρέμοντας ελαφρά, ζύγωσα την ωραία πύλη, έχοντας καρφωμένη τη ματιά μου σ’ έναν παπά γεροντάκι, που κρατούσε το Άγιο Ποτήρι με τρεμάμενα χέρια. Ο καημένος έσπασε τη μέση του μάλλον με κάποιον πόνο, και μου έδωσε τη μεταλαβιά με μια άπειρη θεϊκή γαλήνη. (Η μορφή του σεβάσμιου αυτού γέροντα αργότερα έγινε για μένα σύμβολο της γνήσιας θρησκευτικότητας.) Κι εγώ όμως έτρεμα, μολονότι ήμουν πια πεπεισμένος πως κανένας κίνδυνος δεν υπήρχε. Φεύγοντας απ’ την εκκλησιά, έδειχνα λυτρωμένος κι ευτυχισμένος πέρα για πέρα. (Ύστερα από χρόνια, όταν οι κατηχητές μου έλεγαν ότι ο άνθρωπος λυτρώνεται μέσα στην εκκλησία, αμφέβαλλα αν κι οι ίδιοι είχαν ζήσει ποτέ αυτό που είχα αισθανθεί τότε, βγαίνοντας απ’ την εκκλησιά βαθιά λυτρωμένος).

Όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι, το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από κείνη τη θεία κοινωνία κι απ’ την οργισμένη ματιά του Χριστού Παντοκράτορα, που τώρα, αργά – αργά έπαιρνε μια γλύκα κι ένα χαμόγελο απ’ τη γαληνεμένη εκείνη όψη του παπά, καθώς όλα αυτά τα έφερνα μπροστά μου με τη φαντασία. Δε χρειαζόμουνα πια τον ορθολογισμό για να γλυκάνω τα πράγματα. Μόνο μ’ έναν τέτοιο τρόπο μπορούσε να γλυκάνει η μορφή του Χριστού. Άλλοτε πίστευα πως ο Χριστός είναι περισσότερο θυμωμένος με τα παιδιά κι όχι με τους μεγάλους. Όμως ένα αλάθητο ένστικτο με έπειθε πως οι μεγάλοι στην εκκλησία δεν είχαν φόβο Θεού, δεν τον ένιωθαν καθόλου, ακόμη κι όσοι μας έλεγαν πως ο Θεός θα μας τιμωρούσε για κάθε παρακοή και κακή πράξη. Γι’ αυτό αργότερα, ως μαθητής γυμνασίου, που διάβαζα το Ευαγγέλιο, με συγκλόνισε βαθιά η ανακάλυψή μου πως ο Χριστός αγαπούσε μονάχα τα παιδιά, κι οι μεγάλοι όφειλαν να γίνουν κι αυτοί παιδιά, αν ήθελαν την αγάπη του Χριστού. Τούτη η ανακάλυψη δεν ήταν μικρό πράγμα, είχε συγκλονίσει για καλά μέσα μου την αυθεντία των μεγάλων. Η αρχή βέβαια έγινε με κείνη τη λυτρωτική μεταλαβιά, που με βοήθησε να αμφισβητώ τα λόγια των μεγάλων. Τελικά οι παπάδες δεν έκοβαν γλώσσες. (Αργότερα, όταν διάβαζα μεσαιωνική και βυζαντινή ιστορία, διαπίστωσα με πολύ ενδιαφέρον πως εξουσιαστές ποικίλης μορφής έκοβαν τις γλώσσες μερικών ανθρώπων, που δεν είχαν καμμιά παράβαση, μήτε ακόμη και τη δική μου)».